Η αρχιτεκτονική των καταφυγίων

Τα έργα των μεγάλων διοργανώσεων
14 Φεβρουαρίου 2004
Φωτογραφία και Κατασκευές
16 Ιανουαρίου 2005

Αμερικάνικα στρατεύματα μετατρέπουν καταφύγια σε σπίτια, στο βομβαρδισμένο Λονδίνο.


του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου

Η δουλειά των πολιτικών μηχανικών είναι να μελετούν και να υλοποιούν κατασκευές που να είναι ανθεκτικές όχι μόνο στις συνήθεις δράσεις, όπως είναι τα φορτία λειτουργίας ή οι επιπτώσεις του περιβάλλοντος, αλλά και στις έκτακτες, όπως είναι ο σεισμός. Οι επιπτώσεις όμως από τις πολεμικές δράσεις είναι πέραν του πεδίου ευθύνης των μηχανικών, τουλάχιστον για τη συντριπτική πλειοψηφία των κτιρίων. Εκ των πραγμάτων δηλαδή, ο πόλεμος αναγνωρίζεται ως χειρότερη δράση από αυτή της φυσικής καταστροφής. Το ζήτημα της ανθεκτικότητας των κτιρίων σε σχέση με τις πολεμικές δράσεις της σύγχρονης εποχής, και μάλιστα των πυρηνικών όπλων, απασχόλησε ιδιαίτερα την αμερικανική κοινωνία την εποχή του ψυχρού Πολέμου και αυτό είναι το θέμα που πραγματεύεται ο Tom Vanderbilt στο βιβλίο του “Survival City”, ένα βιβλίο που υποδέχθηκαν με πολύ ευνοϊκές κριτικές εφημερίδες όπως οι “New York Times” και η “Washington Post” και ειδικές αρχιτεκτονικές επιθεωρήσεις όπως η “Architectural Record”. Ο υπότιτλος του βιβλίου αναφέρεται στα ερείπια των πυρηνικών καταφυγίων για κυβερνητικές υπηρεσίες ή στρατιωτικές λειτουργίες των ΗΠΑ στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, από το “Greek Island”, που ήταν η συνθηματική ονομασία του Προεδρικού καταφυγίου, τα σιλό εκτόξευσης πυραύλων και τις κατασκευές ταφής πυρηνικών αποβλήτων, μέχρι τα κτίρια-μονόλιθους σαν το περίκλειστο και χωρίς παράθυρα Pac Bell στο Los Angeles, αλλά και τα ξενοδοχεία με την ένδειξη “Atomic” που διαφήμιζαν ότι πρόσφεραν ασφάλεια στους πελάτες τους.

Αν οι κατασκευές αυτές έχουν το ενδιαφέρον τους ως μέρος της ιστορίας της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής, εκεί που το βιβλίο γίνεται πραγματικά συναρπαστικό για τον αναγνώστη που τον απασχολούν προβλήματα της σημερινής εποχής είναι όταν αναφέρεται στα κτίρια που δεν σχετίζονται με στρατιωτικές ή κυβερνητικές χρήσεις, δηλαδή το μέγιστο τμήμα του χτισμένου περιβάλλοντος. Η προϊστορία αυτού του ζητήματος βρίσκεται κατά τον συγγραφέα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι εντυπωσιακό ότι τότε κατασκευάστηκαν ως πεδία δοκιμών στην έρημο της Νεβάδα ολόκληρα χωριά με συγκροτήματα πραγματικών κτιρίων, προκειμένου να καταστούν κατά το δυνατόν αποδοτικότερες οι αεροπορικές επιδρομές σε πόλεις των χωρών του Άξονα. Για την υλοποίηση αυτών των πεδίων δοκιμών, “του τελευταίου μεγάλου δημόσιου έργου της εποχής του Ρούσβελτ”, όπως το αποκαλεί ο αμερικανός διανοητής Mike Davies, ένας αριθμός αρχιτεκτόνων, μεταξύ των οποίων οι εξόριστοι γερμανοί αρχιτέκτονες Mendelsohn και Wachsman, σχεδίασαν τα κτίρια έτσι ώστε αυτά να είναι ακριβή αντίγραφα των σπιτιών των γερμανικών και ιαπωνικών πόλεων εκείνης της εποχής. Η εμπειρία από τους πειραματικούς βομβαρδισμούς τεχνητών πόλεων αξιοποιήθηκε με ανάστροφο τρόπο στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Τα νέα πεδία δοκιμών λειτούργησαν ως εργαστήρια προκειμένου να προκύψει ο βέλτιστος τύπος ανθεκτικού κτιρίου κατοικίας ή γραφείων έναντι της πυρηνικής απειλής. Οι στρατιωτικές αυτές δοκιμές συνδυάστηκαν με μια ευρεία δημόσια συζήτηση αναφορικά με τις βέλτιστες αμυντικές κατασκευές, Στα πλαίσια αυτής της συζήτησης, μεταξύ τεχνοκρατών, κυρίως αρχιτεκτόνων και πολιτικών μηχανικών, εκτιμήθηκε μεταξύ άλλων ότι η επέκταση των προαστίων ήταν μία λύση προς την ορθή κατεύθυνση από πλευράς πολεμικής αμυντικής τακτικής, αφού η μεγάλη πυκνότητα πληθυσμού στα κέντρα των πόλεων θα τα καθιστούσε ιδιαιτέρως ευπαθή σε μια πυρηνική επιδρομή

Η κρίσιμη συμβολή του Vanderbilt στη θεώρηση αυτών των ζητημάτων είναι πως δεν περιορίζεται στη στενή επιχειρησιακή ή τεχνολογική διάσταση. Σχολιάζοντας τις αναζητήσεις της ψυχροπολεμικής εποχής για ανθεκτικές κατασκευές που θα παρέχουν προστασία από μια “αόρατη απειλή”, ο συγγραφέας αναδεικνύει τις πολιτιστικές, ψυχολογικές και συναισθηματικές επιπτώσεις στο σύνολο της κοινωνίας εξ αιτίας της διάδοσης ενός κλίματος που “φέρνει τον φόβο της Αποκάλυψης μέσα στα σπίτια μας” (domestication of Doomsday). Ο φόβος έναντι της πυρηνικής απειλής εκείνη την εποχή δεν αφορούσε βέβαια μόνο την Αμερική. Στην Κίνα του Μάο η δημόσια προτροπή ήταν : “να σκάβετε βαθιά μέσα στη γη, να φτιάχνετε καταφύγια και να αποθηκεύετε τρόφιμα”, ενώ στην Ελβετία υλοποιήθηκε ένα μεγάλο πρόγραμμα κατασκευής αντιπυρηνικών καταφυγίων. Με δεδομένο λοιπόν αυτό το πλαίσιο, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον η διάγνωση του Vanderbilt ότι, παρά τη δραστικότητα του φόβου σε κοινωνικό επίπεδο, τα “κτίρια-καταφύγια” τελικά δεν υλοποιήθηκαν στην Αμερική, τουλάχιστον σε βαθμό που να συνιστούν μια σημαντική οικοδομική δραστηριότητα για τα δεδομένα της εποχής. Ένας από τους πιθανούς λόγους αυτής της εξέλιξης είναι η συνειδητοποίηση ότι σε τελευταία ανάλυση δεν υπάρχει πρακτικά τρόπος αντιμετώπισης μιας τέτοιας απειλής σε ευρεία κλίμακα. Είναι σχετική η περίφημη ρήση του διοικητή της Βρετανικής αεροπορίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο Sir Arthur Harris : “οι βόμβες δεν αντιμετωπίζονται με το μπετόν ”. Ένας άλλος πιθανός λόγος είναι ότι δεν ήταν ελκυστικό για την κοινωνία το στρίμωγμα σε κλειστοφοβικές υπόγειες κατασκευές, οι οποίες ακόμα και αν ήταν κατορθωτό να υλοποιηθούν και να λειτουργήσουν δεν προσέφεραν πάντως προοπτικές για τη μελλοντική λειτουργία μιας πολιτισμένης κοινωνίας “μετά την Καταστροφή”. Είναι χαρακτηριστική η στιχομυθία μεταξύ του Προέδρου Κέννεντι και ενός στενού συμβούλου του, όταν ο τελευταίος τον ενημέρωσε ότι ολοκλήρωσε την ανέγερση του σπιτιού του. “Κατασκεύασες καταφύγιο;” τον ρωτάει ο Πρόεδρος. “Όχι”. “Γιατί;” “Προτίμησα με αυτά τα χρήματα να κατασκευάσω μια πισίνα”, απάντησε ο επιτελής. Αυτή η έμπρακτη αποδραματοποίηση της περιρρέουσας απειλής, αντιστοιχεί και στην κατεύθυνση των μεγάλων επιτευγμάτων της αμερικανικής μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής με τα κτίρια των “ανοιχτών οριζόντων”, όπως είναι αυτά με προσόψεις από γυαλί, που αναφέρονται στην ανοιχτή κοινωνία, στη διαφάνεια και στην αισιοδοξία για την πρόοδο του πολιτισμού.

Υπάρχουν βέβαια θέματα στο “Survival City”, για τα οποία ο απαιτητικός αναγνώστης θα ζητούσε ακόμα περισσότερα στοιχεία, όπως και μεγαλύτερη εμβάθυνση. Αυτό δεν συνιστά απαραίτητα αδυναμία για το βιβλίο, αν αυτό μάλιστα διαβαστεί ως μία δυναμική εισαγωγή σε ένα μέχρι τώρα μάλλον αδιερεύνητο θέμα. Αντίθετα, ακόμα και αν αυτή δεν ήταν ενδεχομένως η πρόθεση του συγγραφέα, ο Vanderbilt ανοίγει με αυτό το βιβλίο ένα νέο πεδίο για ουσιαστικούς προβληματισμούς αναφορικά με το ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο –κοινωνικό, πολιτιστικό και τεχνολογικό- του “κτίζειν”.

Καταλήγοντας, ο συγγραφέας δεν υποτιμά τους κινδύνους της σημερινής εποχής. “Η πόλη έχει κλονιστεί ξανά”, γράφει στον επίλογο, “οπότε αρχίσαμε να σκεφτόμαστε ξανά να πάρουμε τα μέτρα μας : να φύγουμε, να χτίσουμε οχυρά για να προστατευτούμε, κτλ.” “Όμως”, συνεχίζει “πώς θα ήταν η ζωή μας χωρίς τις πόλεις και χωρίς την αρχιτεκτονική που εκφράζει τις θετικές αξίες της ανοιχτής κοινωνίας;” Και ολοκληρώνει : “Αν δεν μπορούμε να κάνουμε κτίρια που να μας προστατεύουν από τις χειρότερες ενέργειες του ανθρώπινου είδους, τότε να συνεχίσουμε να χτίζουμε με την προσδοκία ότι θα έλθουν οι καλλίτερες”.

Tom Vαderbilt

Survival City, Adventures Among the Ruins of Atomic America

Εκδόσεις Princeton Architectural Press, σελ. 228

Δημοσίευση : 27.06.2004