Τα έργα των μεγάλων διοργανώσεων

Στη συνοικία των εργατικών
5 Οκτωβρίου 2003
Η αρχιτεκτονική των καταφυγίων
27 Ιουνίου 2004

Φωτογραφία του Alexander Rodchenko.


του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου

Το 1893, μόλις τρία χρόνια πριν από τη τέλεση στην Αθήνα των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων της σύγχρονης εποχής, έλαβε χώρα στην Αμερική η Παγκόσμια Έκθεση του Σικάγου για να τιμηθεί η επέτειος των τετρακοσίων χρόνων της ανακάλυψης της Νέας Ηπείρου από τον Κολόμβο. Άλλα τέσσερα χρόνια πριν από την Έκθεση του Σικάγου, το 1889, έγινε στο Πεδίο του Άρεως των Παρισίων η περίφημη Exposition Universelle, μία μεγαλειώδης για τα δεδομένα της εποχής Παγκόσμια Έκθεση. Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των διοργανώσεων νέου τύπου στα τέλη του 19ου αιώνα –των Παρισίων, του Σικάγου και της Αθήνας, όπως και της πρώτης Μεγάλης Έκθεσης του Λονδίνου στα 1861 –ήταν η διεθνής τους διάσταση. Το προσφερόμενο θέαμα –προϊόντων ή δραστηριοτήτων- είχε να κάνει με ανθρώπους ή πράγματα από πολλές περιοχές της υφηλίου, ενώ ήταν επίσης σαφές ότι μεταξύ των στόχων κάθε διοργάνωσης ήταν η ανάδειξη στο “παγκόσμιο” στερέωμα της διοργανώτριας πόλης και χώρας. Μολονότι το κοινό που παρακολουθούσε αυτές τις εκδηλώσεις δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να είναι “παγκόσμιας” προέλευσης, αφού εκτός των άλλων κάτι τέτοιο υπερέβαινε τις δυνατότητες των συγκοινωνιακών μέσων εκείνης της εποχής, παρ’ όλα αυτά, οι ήδη πολύ σημαντικές εξελίξεις αυτών των μέσων (π.χ. ο σιδηρόδρομος) διευκόλυναν κατά πολύ τις μετακινήσεις, έτσι ώστε αυτές οι εκδηλώσεις να αποκτήσουν έντονα υπερτοπικό χαρακτήρα. Από την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είχαν να παρατηρηθούν τόσο μεγάλες συγκεντρώσεις πληθυσμού σε ψυχαγωγικές εκδηλώσεις και όμοια με εκείνη τη μακρινή εποχή, οι υποδομές και γενικά τα τεχνικά έργα ειδικών απαιτήσεων είχαν κεντρική θέση σ’ αυτές τις διοργανώσεις. Με όχημα ακριβώς αυτά τα τεχνικά έργα και τη διαδικασία δημιουργίας τους, ο Erik Larson, βραβευμένος δημοσιογράφος του περιοδικού “Time”, αναδεικνύει με το βιβλίο του “The Devil in the White City” τη λησμονημένη σήμερα (όχι όμως λιγότερο ενδιαφέρουσα) Έκθεση του Σικάγου και το κάνει μάλιστα με τόσο γλαφυρό τρόπο ώστε το βιβλίο να είναι στην πρώτη θέση στον κατάλογο των ευπωλήτων των “New York Times”.

Πέρα από το γενικό ενδιαφέρον που μπορεί να έχει αυτό το βιβλίο, ο Έλληνας αναγνώστης μπορεί διαβάζοντάς το να βοηθηθεί στην καλλίτερη τακτοποίηση των εμπειριών του από τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα το 2004. Πρώτα απ’ όλα, στο βιβλίο αναδεικνύεται η δραματική διαρκής αίσθηση –από την αρχή μέχρι το τέλος- ότι οι προετοιμασίες βρίσκονται “πίσω από το πρόγραμμα” και ο συνακόλουθος σοβαρός κίνδυνος μη πραγματοποίησης της Έκθεσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο επί κεφαλής της οργανωτικής προσπάθειας Αρχιτέκτων Daniel Burnham (στο γραφείο του οποίου δέσποζε η επιγραφή “Rush!”, δηλαδή “βιάσου!”) συνάντησε πολύ μεγάλες δυσκολίες μέχρι τελικά να πείσει τα μεγαλύτερα ονόματα της αμερικανικής αρχιτεκτονικής του καιρού του να ασχοληθούν με τα έργα, υπερνικώντας τους φόβους για δυσφήμησή τους από μία ενδεχόμενη κακή εξέλιξη της υπόθεσης. Έτσι κι’ αλλιώς, στόχος της Έκθεσης του Σικάγου, ήταν να προκύψουν κατασκευές απαιτητικών προδιαγραφών (π.χ. με πολύ μεγάλα ανοίγματα) και οπωσδήποτε μία κεντρική εμβληματική κατασκευή που να “ξεπερνάει” τον Πύργο του Eiffel της Έκθεσης των Παρισίων. Σύμφωνα με τον Erik Larson μάλιστα, τα πράγματα περιεπλάκησαν όταν οι διοργανωτές έλαβαν επιστολή του ίδιου του Eiffel που προσφερόταν να μελετήσει μια τέτοια κατασκευή για το Σικάγο. Η αίσθηση “εθνικής υπερηφάνειας” επικράτησε και τελικά η λύση που δόθηκε ήταν αμερικανικής προέλευσης : ως σήμα της Έκθεσης λειτούργησε μία τολμηρή από τεχνική άποψη κατασκευή, ένας πελώριος περιστρεφόμενος μεταλλικός τροχός επάνω στον οποίο στερεώθηκαν αυτοκίνητα για το κοινό, που θα μπορούσε καθισμένο εκεί να απολαύσει μια πανοραμική θέα του Σικάγου.

Ο Erik Larson κάνει με δημοσιογραφική δεινότητα “ρεπορτάζ” για μια σειρά περιστατικών που τα συνδέει σαν σε μυθιστόρημα και μ’ αυτό τον τρόπο αφηγείται την υπερπροσπάθεια που συνδέεται με την υλοποίηση της Έκθεσης του Σικάγου. Σε μια σελίδα, ο πολύς Sullivan –εκ των δημιουργών των ουρανοξυστών του Σικάγου και εκ των μελετητών των κτιρίων της Έκθεσης- απολύει από το γραφείο του τον νεαρό αρχιτέκτονα Frank Loyd Wright επειδή ασχολείται με δικές του ιδιωτικές μελέτες! Σε άλλη σελίδα, ο πολιτικός μηχανικός που είχε μελετήσει τις ειδικές μεταλλικές κατασκευές απευθύνει επιστολή προς τους διοργανωτές με τη δυσάρεστη διαπίστωση πως οι ολοκληρωθείσες μελέτες είναι λανθασμένες, αφού δεν είχε υπολογίσει σωστά τις φορτίσεις του ανέμου! Αλλού περιγράφει την πορεία επιφανών μελετητών –όπως ο πρωτοπόρος σε ζητήματα αρχιτεκτονικής τοπίου Olmsted, δημιουργός του Σέντραλ Παρκ στο Μανχάταν- προς τη νευρική κατάρρευση, εξ αιτίας της συμμετοχής τους σ’ αυτή την υπερεντατική διαδικασία και αλλού τα πολλά και σοβαρά εργατικά ατυχήματα κατά τη διάρκεια της ανέγερσης των έργων, αφού, όπως λέγανε χαρακτηριστικά τότε, ήταν ασφαλέστερο να εργάζεσαι σε ορυχείο παρά στις κατασκευές της Έκθεσης! Αλλού περιγράφει τις σοβαρές αστοχίες κατασκευών κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας –καταρρεύσεις στεγών ή και ολόκληρων κτιρίων εξ αιτίας μιας ανεμοθύελλας ή χιονοπτώσεων πολύ μεγάλης έντασης- και αλλού πάλι τη δημιουργική διαδικασία που οδήγησε στον ενιαίο χρωματισμό των κτιρίων και που προσέδωσε τον χαρακτηρισμό “White City” στο κτιριακό συγκρότημα της Έκθεσης…

Ο συγγραφέας του βιβλίου έχει κάνει θαυμαστή ερευνητική δουλειά σε βιβλιοθήκες και αρχεία, καθώς και στους τόπους των έργων, όπου διέμεινε για αρκετό διάστημα. Είναι αλήθεια πως ο απαιτητικός αναγνώστης θα περίμενε από τον Larson να επεκτείνει αυτές τις έρευνες στο πεδίο της τεχνολογίας των κατασκευών και η έλλειψη αυτής της εμβάθυνσης είναι φανερή στο βιβλίο. Παρ’ όλα αυτά, η δουλειά του Larson στέκεται επάξια δίπλα σε πολύ αξιόλογα βιβλία με σχετική θεματολογία, και οπωσδήποτε εισάγει τον αναγνώστη σε μια συνολική θέαση των τεχνικών έργων, αφού εστιάζεται στη διαδικασία σύλληψης και υλοποίησής τους αντί της συνηθισμένης παράθεσης των ολοκληρωμένων πια κατασκευών. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, ο Erik Larson δεν περιορίζεται στα τεχνικά έργα, αναδεικνύοντας τις αιχμές της ψυχαγωγίας και των συντελεστών της με χαρακτηριστική την περίπτωση του Buffalo Bill, δημιουργού του θεάματος “Άγρια δύση”, ο οποίος βγαίνοντας πάμπλουτος από τη διοργάνωση του Σικάγου, στη συνέχεια κατασπατάλησε με τόσο γρήγορους ρυθμούς την περιουσία του, ώστε να πεθάνει πάμφτωχος λίγα χρόνια μετά. Παράλληλα, ο συγγραφέας ξετυλίγει και μια σκοτεινή διάσταση των πραγμάτων, με όχημα την “διαβολική μορφή” του Holmes, ενός ψευδογιατρού ψυχοπαθούς δολοφόνους ο οποίος ψαρεύει τα θύματά του –νεαρές και όμορφες γυναίκες- από τον τεράστιο εποχιακό πληθυσμό που συρρέει για να παρακολουθήσει την Έκθεση. Αν αυτή η διάσταση, που πάντως αφορά σε μία απολύτως πραγματική ιστορία, δεν υπάρχει για να εξυπηρετηθούν εμπορικές σκοπιμότητες για τον πολλαπλασιασμό της απήχησης του βιβλίου, μπορεί κανείς να πει πως ο συγγραφέας επιχειρεί να κάνει πληρέστερη την προσέγγιση του δείχνοντας και τα απόνερα που μπορεί να συνεπάγονται οι συλλογικές δραστηριότητες πολύ μεγάλης έντασης.

Μετά το τέλος της Έκθεσης του Σικάγου, και δεδομένου ότι αυτή είχε στηθεί με τη λογική μιας “προσωρινής πόλης” (instant city), τα κτίρια αφέθηκαν στη φθορά του χρόνου και την εγκατάλειψη. Κλείνοντας το βιβλίο, ο συγγραφέας προχωρά σε κάποιες διαπιστώσεις. Δείχνοντάς μας το Σικάγο να βυθίζεται στην οικονομική κρίση μετά την ιδιαίτερα επιτυχημένη Έκθεση, μας δείχνει πως η επιτυχία μιας τέτοιας διοργάνωσης αν δεν συνιστά την εξαίρεση από τη συνηθισμένη διαδικασία, στην καλλίτερη περίπτωση οφείλεται στην κορύφωση του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν για μια ολόκληρη φάση τα πράγματα και πάντως δεν συνεπάγεται απαραίτητα ότι τα πράγματα θα αλλάξουν σταθερά προς το καλλίτερο! Από την άλλη μεριά, ο Larson επισημαίνει πως μετά την εμπειρία του “White City” μεγάλα στρώματα του πληθυσμού συνειδητοποίησαν ότι οι πόλεις δεν είναι μόνο ένα μέρος που μαζεύεται ο κόσμος “για να βγάλει λεφτά”, και με αυτή την έννοια η Έκθεση συνέβαλλε στην αλλαγή της αντίληψης για την αισθητική των αμερικάνικων πόλεων, αλλά και στην οικοδόμηση ενός αισθήματος “ταύτισης των κατοίκων με τα επιτεύγματα της πόλης τους” (civic pride). Πρόκειται για διαπιστώσεις που μπορεί να ενδιαφέρουν πρωτογενώς τον έλληνα αναγνώστη, ακόμα και αν γνωρίζουμε πως “η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται”.

The Devil in the White City

Erik Larson, Bantam Books