

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου
Τον χειμώνα του 1943-44 τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής ισοπέδωσαν ένα μεγάλο αριθμό χωριών στα πλαίσια “εκκαθαριστικών” επιχειρήσεων στη θεσσαλική Πίνδο. Παρά το ότι έγινε χρήση μιας μάλλον πρωτόγονης από τεχνολογική άποψη τεχνικής πυρπόλησης, ο αφανισμός μιας ολόκληρης εποχής αρχιτεκτονικού “πολιτισμού των βουνών” ήταν ολοκληρωτικός και αυτό δίνει το μέτρο της υπερμεγέθους καταστρεπτικότητας που διέθεταν τα άλλα όπλα που ήταν υψηλής τεχνολογίας και χρησιμοποιήθηκαν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η θεώρηση της μαζικής καταστροφής των κτιρίων μπορεί να είναι ένας από τους τρόπους να πλησιάσει κανείς με τη λογική την ωμότητα του πολέμου, “να κοιτάξει στα μάτια τη Μέδουσα χωρίς να πετρώσει”. Όμως η καταστρεπτικότητα των σύγχρονων πολέμων ή των επεισοδίων “τυφλής μαζικής βίας” είναι τόσο μεγάλη που η κακή μοίρα των κατασκευών μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, αν δεν θεωρείται δεδομένη. Είναι οι άνθρωποι που εξολοθρεύονται μαζικά ή “σημαδεύονται” για όλη τους τη ζωή.
Το θέμα της φρικτής καταστροφής των ανθρώπων και των καταλυμάτων τους σε ένα πόλεμο διαπραγματεύεται ο Γερμανός συγγραφέας W. G. Sebald στο βιβλίο του “On the Natural History of Destruction”. Το βιβλίο αναφέρεται στην εμπειρία της καταστροφής από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς των γερμανικών πόλεων στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι χαρακτηριστικό ότι το βιβλίο του Sebald κυκλοφόρησε στη Βρετανία σχεδόν παράλληλα με το βιβλίο του Akita Yoshimura “Η αυτοδικία” που αναφέρεται σε έναν Ιάπωνα στρατιώτη που φυλακίστηκε στο τέλος του Πολέμου επειδή σκότωσε έναν Αμερικανό πιλότο που είχε βομβαρδίσει ιαπωνικές πόλεις. Πρόκειται για τη λογοτεχνία της μέχρι τώρα βουβής “άλλης όχθης”, με κοινό σημείο αναφοράς πάντοτε τη φρίκη των εμπειριών από τη μαζική βία.
Στη “φυσική ιστορία της καταστροφής” του Sebald οι αριθμοί έχουν στην αρχή τον λόγο: 131 γερμανικές πόλεις επλήγησαν από συμμαχικές βόμβες συνολικού βάρους ενός εκατομμυρίου τόνων. Οι νεκροί εξ αιτίας αυτών των επιδρομών ανήλθαν σε 600.000, τα σπίτια που καταστράφηκαν σε 3,5 εκατομμύρια και οι άνθρωποι που “ξεσπιτώθηκαν” σε 7,5 εκατομμύρια. Κάποια “στατιστική του ολέθρου” κατέληξε ότι μετά τους βομβαρδισμούς του 1945, στην Κολωνία αντιστοιχούσαν μπάζα 31,3 κυβικών μέτρων ανά κάτοικο, ενώ στη Δρέσδη 42,8. Ο Sebald μνημονεύει τους αριθμούς, αλλά δεν στέκεται σ’ αυτούς. Άλλωστε, ο συγγραφέας δεν έχει σχέση με την αναθεωρητική Γερμανική ιστοριογραφία, όπως εκφράζεται σήμερα από τον Klaus Rainer Rφhl, που επιχειρεί να βάλει στην ίδια ζυγαριά τις δυνάμεις του Άξονα με αυτές των Συμμάχων, συγκρίνοντας τον αριθμό των βομβαρδισμών και των θυμάτων εκατέρωθεν, φθάνοντας μάλιστα να παρομοιάζει την καταστροφή των γερμανικών πόλεων με την τραγωδία των Δίδυμων Πύργων. Ο Sebald έχει πλήρη επίγνωση ότι τα φρικτά γεγονότα στα οποία αναφέρεται είναι η κατάληξη ενός πρωτοφανούς κύκλου βίας τον οποίο άνοιξε το ναζιστικό καθεστώς. “Όταν εκατομμύρια άνθρωποι θανατώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, είναι δύσκολο να ζητηθούν από τους νικητές στρατιωτικές και πολιτικές εξηγήσεις για την καταστροφή των γερμανικών πόλεων” εξηγεί σε ένα σημείο του βιβλίου. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, ο συγγραφέας δεν ισχυρίζεται πως είναι ιστορικός και όντως το βιβλίο του είναι πιο κοντά στη λογοτεχνία παρά στην κλασική ιστοριογραφία. Επειδή τον ενδιαφέρει λοιπόν ο τρόπος με τον οποίο βίωσαν τους βομβαρδισμούς οι άνθρωποι που τους υπέστησαν, παρουσιάζει λεπτομερειακές περιγραφές των καταστροφών . Η περιγραφή της φρίκης είναι πραγματικά συγκλονιστική. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκε η αεροπορική επίθεση με τον κωδικό “Επιχείρηση Γόμορρα” που ισοπέδωσε το Αμβούργο την 27η Ιουλίου το 1943: “είκοσι λεπτά μετά την έναρξη των βομβαρδισμών, οι φωτιές εξελίχθηκαν σε πύρινη λαίλαπα. Η λαίλαπα, όμοια με γιγαντιαίο πύρινο παλιρροιακό κύμα ύψους 2.000 μέτρων και με ταχύτητα 150 χιλιομέτρων την ώρα, άρπαζε και στριφογύριζε σαν φύλλα στον αέρα τις στέγες, τα δένδρα, τους καιόμενους ανθρώπους... Τα αντιαεροπορικά καταφύγια είχαν μετατραπεί σε φούρνους, ενώ στους δρόμους η άσφαλτος έλιωνε…”. “Την επόμενη μέρα, ο καπνός που σκέπαζε την κατεστραμμένη πόλη είχε ύψος 8.000 μέτρων. Στο έδαφος ήταν διάσπαρτα τα καμμένα πτώματα και τα ερείπια...”. Είναι τραγική η ειρωνία ότι στη Δρέσδη χιλιάδες από τα θύματα των βομβαρδισμών αποτεφρώθηκαν από ειδικές μονάδες των SS με την ίδια τεχνική που ήταν σε χρήση στα στρατόπεδα συγκέντρωσης...
Εκτός από περιγραφές της φρίκης, ο συγγραφέας αναφέρεται και σε καταστάσεις που δείχνουν τη διάθεση των ανθρώπων “να συνεχίσουν παρ’ όλα αυτά”. Είναι χαρακτηριστικό το αλλόκοτο θέαμα μιας νοικοκυράς, της οποίας το σπίτι ήταν το μόνο που έμεινε ανέπαφο σε μία κατά τα άλλα κατεστραμμένη περιοχή, που καθάριζε σχολαστικά τα παράθυρα από τις σκόνες την επόμενη μέρα της συμφοράς. Σε άλλο επίπεδο, μνημονεύεται η συλλογική διάθεση του γερμανικού λαού μετά τον πόλεμο “να κοιτάξει μπροστά” μηδενίζοντας τον χρόνο και εξαλείφοντας ολοσχερώς τη μνήμη... Όμως, η “εξάλειψη” της μνήμης είναι ακριβώς το πρόβλημα του Sebald. Κατά τη διάρκεια της σχετικά σύντομης λογοτεχνικής του σταδιοδρομίας η οποία διήρκεσε περίπου μια δεκαετία μέχρι τον θάνατο του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 2001, τον απασχόλησαν ιδιαίτερα τα ζητήματα της καταπιεσμένης μνήμης, του ξεριζωμού και της αποξένωσης σε σχέση πάντοτε με τη Γερμανία, όπου γεννήθηκε το 1944. Από το 1970, ο τόπος της μόνιμης διαμονής του ήταν η Αγγλία, όπου σταδιοδρόμησε μέχρι τη θέση του Καθηγητή Πανεπιστημίου. Τα λιγοστά έργα του- κυρίως τα βιβλία “The Emigrants” και “Austerlitz”- έτυχαν πολύ ευνοϊκής υποδοχής από σοβαρούς κριτικούς της λογοτεχνίας διεθνώς. Είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται για “εύπεπτα” βιβλία. Το κλίμα στα βιβλία του Sebald συγγενεύει με την ατμόσφαιρα των έργων μεγάλων Γερμανών εξπρεσιονιστών ζωγράφων του Μεσοπολέμου, όπως του Max Beckman, του Otto Dix ή ακόμα και του Ernst Kirchner. Ο τρόπος του Sebald είναι δύσθυμος. Αγκιστρώνεται σ’ αυτή τη “δύσθυμη αισθαντικότητα” και τη χρησιμοποιεί όπως ο τυφλός το μπαστούνι του, μόνο “για να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο” και όχι επειδή πιστεύει στο “θαύμα”, ότι δηλαδή μπορεί να ξαναβρεί το φως του...
Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της γραφής, προβληματικά ενδεχομένως για άλλες περιστάσεις, είναι αποδοτικότατα εργαλεία προκειμένου να εκφραστεί η φρίκη της καταστροφής στους σύγχρονους πολέμους... Ο συγγραφέας που έτσι κι’ αλλοιώς αντιμετωπίζει με ίλιγγο τον γιγαντισμό της εποχής της νεωτερικότητας –την κλίμακα των κτιρίων, το μέγεθος της επιτάχυνσης των εξελίξεων, την αφθονία των επιλογών- είναι σε θέση να μας μιλήσει και για την αβυσσαλέα καταστρεπτικότητα των σύγχρονων πολέμων. Ο Sebald φέρνει τη φρίκη στην επιφάνεια χωρίς εξωραϊσμούς και φτάνει το μαχαίρι στο κόκκαλο. Κι αυτό φέρνει αποτελέσματα. Τελειώνοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι “το απέναντι πεζοδρόμιο” που ψάχνει ο “τυφλός με το μπαστούνι” είναι οι αξίες του ουμανισμού. Όχι αόριστα και θεωρητικά, αλλά χειροπιαστά.
Το βιβλίο “On the National History of Destruction” ξεκαθαρίζει τη διαφορά μεταξύ του πραγματικού πολέμου και της τηλεοπτικής προσομοίωσής του. Αυτό δεν είναι λίγο: είναι το πρώτο βήμα προκειμένου να αναδειχθεί η αναγκαιότητα του ανθρωπισμού. Αλλά, βέβαια, αυτό μπορεί να μην είναι αρκετό. Αναδεικνύοντας τις φρικαλεότητες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Γερμανοί εξπρεσιονιστές δεν κατάφεραν να αποτρέψουν ούτε την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ούτε τον επόμενο Μεγάλο Πόλεμο. Για να λειτουργήσει ο ανθρωπισμός ως κρίσιμο αντίβαρο στη φρίκη της καταστρεπτικότητας και των σκοτεινών σχεδιασμών, φαίνεται πως είναι απαραίτητο να πιστέψουμε στο “θαύμα”, ότι δηλαδή η ανθρωπότητα “μπορεί να ξαναβρεί το φως της” και να προσπαθήσουμε στο μέτρο του δυνατού να συμβάλλουμε στην υλοποίησή του…
W. G. Sebald
On the Natural History of Destruction
Εκδόσεις Hamish Hamilton, Penguin, 2003, σελ. 204