Υπάρχει ζωή μετά θάνατον για τις πόλεις;

Για μια φυσική ιστορία της καταστρεπτικότητας
15 Φεβρουαρίου 2003
Στη συνοικία των εργατικών
5 Οκτωβρίου 2003

Εικόνα εγκαταλελειμμένου εμπορικού κέντρου στο πτωχευμένο Ντητρόιτ.


του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου

Σύμφωνα με δημοσιεύματα του διεθνούς τύπου, εν όψει του πολέμου στο Ιράκ η Βαγδάτη ζούσε για μήνες μια πρωτοφανή άνθηση της αγοράς ακινήτων. Οι προσδοκίες για ευνοϊκότερες συνθήκες ανάπτυξης μετά τον πόλεμο υποτίθεται ότι ήταν η αιτία αυτού του επενδυτικού πυρετού. Ο ενημερωμένος έλληνας αναγνώστης τέτοιων ειδήσεων δεν μπορεί ενδεχομένως να αποφύγει κάποιους μελαγχολικούς συνειρμούς. Μήνες μόνο πριν από την Καταστροφή της Σμύρνης τον Αύγουστο του 1922, δημοσιευόταν σε ελληνικές εφημερίδες αγγελίες που διαφήμιζαν μεγάλες ευκαιρίες τοποθέτησης χρημάτων σε ακίνητα της μικρασιατικής πόλης. Μετά την πυρκαγιά και τον εξανδραποδισμό που ακολούθησε, τα ακίνητα για τα οποία γινόταν λόγος δεν ξαναϋπήρξαν στο χάρτη ποτέ. Υπάρχει τελικά μετά θάνατον ζωή για τις πόλεις μετά από μια καταστροφή, και αν ναι, τι είδους είναι αυτή;

Το βιβλίο “Out of Ground Zero. Case studies in Urban Reinvention” ασχολείται με αυτά τα ζητήματα. Μετά την τραγωδία των Δίδυμων Πύργων στη Νέα Υόρκη, το Temple Hoyne Buell Center for the Study of American Architecture, Columbia University οργάνωσε ένα κύκλο διαλέξεων με θέμα την ανάδραση διαφόρων μεγαλουπόλεων σε “συμφορές” και το πέρασμα τους από την καταστροφή στην αναζωγόνηση και την ανάπτυξη. Το βιβλίο “Out of Ground Zero” είναι μια συλλογή δοκιμίων που συμπεριλαμβάνει το σύνολο των σχετικών διαλέξεων. Οι αναφορές είναι ευρύτατες: οι πόλεις που εξετάζονται αφορούν στις περισσότερες ηπείρους και στις πιο χαρακτηριστικές φάσεις της εποχής της νεωτερικότητας.

Η περίπτωση του σεισμού των 9 Ρίχτερ στη Λισαβώνα- όπως παρουσιάζεται από τον Kenneth Maxwell- αφορά σε μια από τις μεγαλύτερες φυσικές καταστροφές της πρόσφατης ευρωπαϊκής ιστορίας (1755). Η Λισαβώνα, πάντως, όχι μόνο δεν έσβησε από τον χάρτη αλλά χτίστηκε από την αρχή με βάση τη λογική του Διαφωτισμού, οπότε η πορτογαλική πρωτεύουσα μεταμορφώθηκε από καθυστερημένη και μεσαιωνική σε μια σύγχρονη αστική και εμπορική πόλη. Στην περίπτωση του Σικάγου -όπως περιγράφεται από τον Ross Miller- η καταστροφή οφείλεται στη Μεγάλη Πυρκαγιά (1871): 1.800 οικοδομικά τετράγωνα κάηκαν και 90.000 άνθρωποι έμειναν άστεγοι. Το Σικάγο ήταν στο επίκεντρο του ραγδαία αναπτυσσόμενου αμερικανικού καπιταλισμού, οπότε τον χορό της ανοικοδόμησης έσυραν οι δυνάμεις της “ιδιωτικής πρωτοβουλίας”. Η περιοχή της πόλης θεωρήθηκε ως “tabula rasa” και ακολούθησε μία φρενίτιδα ανέγερσης νέων -αλλά χαμηλής ποιότητας- κτιρίων, στη διάρκεια της οποίας “φτιάχτηκαν μεγάλες περιουσίες”. Στη δεύτερη και ωριμότερη φάση της ανοικοδόμησης, οπότε οι φθηνοκατασκευές είχαν δείξει τα όριά τους, έκαναν την εμφάνισή τους οι περίφημοι ουρανοξύστες του Σικάγου, απαστράπτοντα σύμβολα μιας νέας εποχής.

Ο κύκλος των “ιστοριών αισιοδοξίας” ολοκληρώνεται με την εξιστόρηση από τον Han Meyer και τον Alan Powers της ανοικοδόμησης του ολλανδικού Ρόττερνταμ και του Αγγλικού Πλύμουθ αντιστοίχως που καταστράφηκαν από τους Γερμανικούς βομβαρδισμούς κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην περίπτωση αυτών των πόλεων, η ανοικοδόμησή τους δεν αφορούσε μόνο τις ίδιες, αλλά την αντιμέτωπιση μιας καταστροφής σε πανεθνική κλίμακα- ιδίως στη Βρετανία. Ο “γκρίζος μοντερνισμός” που έδωσε τον τόνο στις μεταπολεμικές βρετανικές πόλεις, μπορεί να σχετίζεται και με το ζήτημα των διαθέσιμων πόρων για τη διαχείριση μιας τόσο εκτεταμένης επιχείρησης. Κατά τα άλλα, επειδή ο άξονας του βιβλίου περιστρέφεται γύρω από “ιστορίες αισιοδοξίας”, η αμηχανία περισσεύει στα υπόλοιπα κείμενα που διαπραγματεύονται τις “τελματωμένες” πόλεις της πρώην Γιουγκοσλαβίας (Milan Prodanovic), τη Χιροσίμα (Carola Hein), αλλά και την Ιερουσαλήμ (Kanan Makiya) και στη Νέα Υόρκη (Max Page).

Το βιβλίο έχει αναμφίβολα αδυναμίες, αφού δεν ασχολείται με κάποια κρίσιμα ζητήματα. Ποιοί είναι, για παράδειγμα, κάθε φορά οι πόροι της ανοικοδόμησης; Ποιό το σύστημα παραγωγής των κατασκευών και η τεχνολογία με την οποία συναρτάται; Ποιά είναι η κοινωνία που συγκροτεί την πόλη και ποιά η δυναμική των μεταβολών της σε σχέση με τη διαδικασία της ανοικοδόμησης; Και ακόμα, ποιά είναι τα χαρακτηριστικά των πόλεων που έχουν τις προϋποθέσεις να αναγεννηθούν “ως φοίνικες από την τέφρα τους”;

Παρά τις αδυναμίες του- κοινές άλλωστε σε μεγάλο μέρος της σχετικής διεθνούς βιβλιογραφίας- το “Out of Ground Zero” είναι εκ των πραγμάτων ένα πανόραμα περιπτώσεων ανοικοδόμησης μεγάλης κλίμακας και αυτό είναι οπωσδήποτε ενδιαφέρον. Όμως, το “Out of Ground Zero” μπορεί να διαβαστεί και ανάποδα, δηλαδή ως “πανόραμα καταστροφών πόλεων”. Το βιβλίο δεν αφορά στη βία που εκδηλώνεται ή υφέρπει με διάφορους τρόπους σε ειρηνικές περιόδους (ο Αμερικανός διανοητής Mike Davis κάνει λόγο για “εν δυνάμει εμφύλιο πόλεμο” εξ αιτίας της ύπαρξης των γκέτο των μαύρων σε αμερικανικές μεγαλουπόλεις), αλλά στην “καταστροφή” –από φυσικές ή ανθρωπογενείς αιτίες (κυρίως τον πόλεμο). Η παράμετρος της “πιθανότητας καταστροφής” ήταν μέχρι τώρα παραμελημένη στη θεωρητική συζήτηση για τις πόλεις. Εμποτισμένα στη θεμελιακή για τη νεωτερικότητα ιδεολογία της συνεχούς και αδιάλειπτης “προόδου”, πολλά σχετικά βιβλία ή θεωρίες διαπραγματεύονται κυρίως τα “κατορθώματα” των πόλεων (τα βήματα που έχουν γίνει προς τα μπρος) ή, έστω, τις δυσκολίες και τα προβλήματα σε σχέση με τα επιθυμητά “οράματα”. Όμως, η “καταστροφή” –όπως επισημαίνει ο Γάλλος διανοητής Paul Virilio, ο οποίος κατ’ εξοχήν εισήγαγε αυτή την έννοια στον σύγχρονο θεωρητικό λόγο - είναι μεταξύ των δομικών χαρακτηριστικών της “ανάπτυξης”. Ο Virilio επισημαίνει χαρακτηριστικά : “Η καινοτομία του πλοίου εισάγει και την καινοτομία του ναυαγίου... Κάθε νέα τεχνολογική εξέλιξη, με το σύστημα των οργάνων και των μηχανών της, εμπεριέχει και την πιθανότητα εμφάνισης νέου τύπου κινδύνων- συναφών με αυτή τη νέα εξέλιξη”. (“A Landscape of Events”, Συλλογή δοκιμίων, The MIT Press). Με αυτή την έννοια, η “καταστροφή” μπορεί να προκληθεί –εκτός από τον πόλεμο- και από τη “σκοτεινή ή πίσω όψη” των μέσων παραγωγής.

Η κρισιμότητα του προβλήματος αφορά στο τεράστιο μέγεθος της εν δυνάμει καταστρεπτικότητας στη σημερινή εποχή. Το μέγεθος είναι τεράστιο εξ αιτίας τόσο της υψηλής έντασης της τεχνολογίας όσο και του τρόπου οργάνωσης των σύγχρονων πόλεων (υπερσυγκέντρωση πληθυσμού, η φύση των υποδομών, κλπ). Μάλιστα, το μέγεθος της καταστρεπτικότητας είναι διαρκώς –πολλαπλασιαστικά- αυξανόμενο. Αρκεί να συγκρίνουμε τις περιπτώσεις της Λισαβώνας (1755) και της Χιροσίμα (1945), όπως περιγράφονται στο “Out of Ground Zero”, και στη συνέχεια να αναλογιστούμε τις εξελίξεις στο πεδίο της καταστρεπτικότητας από το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου μέχρι σήμερα.

Η αναγνώριση της “καταστροφής” ως βαρύνουσας παραμέτρου των εξελίξεων στον σημερινό κόσμο δεν συνεπάγεται ασφαλώς την αποδοχή της “συμφοράς” ως αναπόφευκτης. Η συνειδητοποίηση ότι το άνυσμα της “ανάπτυξης” μπορεί να έχει και αρνητική φορά -εκτός από θετική- πρέπει να συνδυαστεί με την επίγνωση ότι η φορά του ανύσματος εξαρτάται από τη δράση των ανθρώπων. Με αυτή την έννοια, αποκτούν νόημα οι “ιστορίες αισιοδοξίας” του “Out of Ground Zero” –έστω και αν αυτές αφορούν στη θεραπεία από μια καταστροφή και όχι στην αποτροπή της. Όπως και αν διαβαστεί, το βιβλίο μας ανοίγει δρόμους για ωριμότερους προβληματισμούς.

Ed. Joan Ockman

Out of Ground Zero. Case Studies in Urban Reinvention.

Εκδόσεις Prestel, 2002, σελ. 208

Δημοσίευση : 20.04.2003