Η ποιητική των ερειπίων

Ανοδος και πτώση των γιγάντων
20 Οκτωβρίου 2002
Για μια φυσική ιστορία της καταστρεπτικότητας
15 Φεβρουαρίου 2003

Ρωμαϊκά ερείπια.


του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου

Στις 15 Αυγούστου 1944 δημοσιεύτηκε μια επιστολή στην εφημερίδα “The Times” του Λονδίνου με την οποία προτεινόταν η διατήρηση ενός αριθμού μισογκρεμισμένων από τους γερμανικούς βοβμαρδισμούς εκκλησιών ως ερειπίων, έτσι ώστε να λειτουργήσουν διαχρονικά ως μνημεία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Την πρόταση υπέγραφαν πολύ γνωστά μέλη της βρετανικής διανόησης, όπως μεταξύ άλλων ο ποιητής T.S. Eliot και ο οικονομολόγος John Maynard Keynes. Σύμφωνα με την επιστολή, για να λειτουργήσουν τα ερείπια με υψιπέτεια δεν θα έπρεπε να παραμείνουν κρύα και μαυρισμένα από τις φωτιές (όπως έγινε αργότερα με την βομβαρδισμένη Frauenkirche της Γερμανικής Δρέσδης, μνημείο που τελικά εξέπεμπε πικρία και καθήλωση σε μια καταστροφή), αλλά να αφεθούν να χορταριάσουν, να μετατραπούν σε κήπους όπου τα παιδιά θα παίζανε ανακαλύπτοντας το παρελθόν...

Είναι βέβαιο ότι μια ανάλογη πρόταση στην Ελλάδα θα προκαλούσε στην καλλίτερη περίπτωση αμηχανία. Μπορεί τα ερείπια της κλασικής κυρίως αρχαιότητας να συνιστούν ένα από τα πιο στέρεα θεμέλια της νεοελληνικής ιδεολογίας, αλλά αυτό αφορά κυρίως την εθνικοπολιτική διάσταση, η οποία δεν έχει απαραίτητα σχέση με την ποιητική των ερειπίων. Αντίθετα, στην Αγγλία αυτές οι αντιλήψεις έχουν μια μεγάλη προϊστορία. Πρόκειται για ένα πολιτιστικό φαινόμενο που ονομάζεται συνοπτικά “γοητεία των ερειπίων” και το οποίο είναι βασικό συστατικό της ευρωπαϊκής αισθαντικότητας, κυρίως από τον 18ο αιώνα μέχρι περίπου τα μέσα του 20ου.

Η επιστολή στους Times είναι ένα από τα αναρίθμητα περιστατικά που εκτίθενται στο καταπληκτικό βιβλίο “In Ruins”,στα πλαίσια μιας γοητευτικής περιδιάβασης στον κόσμο των ερειπωμένων κτισμάτων. Ο σπάνιας καλλιέργειας και καλλιτεχνικής ευαισθησίας συγγραφέας, είναι ο Christopher Woodward διευθυντής του Holburne Museum of Art του Bath. Το βιβλίο δεν είναι λεύκωμα παρουσίασης συγκεκριμένων ερειπίων με έγχρωμες φωτογραφίες ούτε ένας πρακτικός οδηγός επισκέψεων σε αρχαιολογικούς χώρους. Άλλωστε, ο τυπικός αρχαιολογικός χώρος με την περίφραξή του, το εισητήριο εισόδου και τα γκρουπ των τουριστών που τον επισκέπτονται, είναι ξένος προς τις ευαισθησίες του συγγραφέα. “Όταν έρχονται οι αρχαιολόγοι, φεύγουν οι ποιητές”, γράφει κάπου χαρακτηριστικά. Ο σκοπός του βιβλίου, κατά τον συγγραφέα, είναι να υπενθυμίσει στην σύγχρονη κοινωνία μία παλιά απωλεσθείσα αισθητική ευχαρίστηση. Ο τρόπος διαπραγμάτευσης του θέματος είναι αυτός της λογοτεχνικής διήγησης. Όπως σημειώνει ο Woodward : “άρχισα να γράφω το βιβλίο ως κανονικός ιστορικός της αρχιτεκτονικής, αλλά γρήγορα διαπίστωσα ότι η σκέψη των αρχιτεκτόνων είναι είκοσι χρόνια πίσω από αυτή των ζωγράφων – και ότι οι ζωγράφοι με τη σειρά τους παίρνουν τις ιδέες τους από τους συγγραφείς”.

Το εύρος των αναφορών του βιβλίου είναι πραγματικά εκπληκτικό : μέγαρα της αλλοτινής αριστοκρατίας της γης, στοιχειωμένα σπίτια της πάλαι ποτέ λαμπερής μεγαλοαστικής τάξης, ερείπια της αρχαιότητας στη Ρώμη ή στην Έφεσο και χαλάσματα από φυσικές καταστροφές ή από τους τελευταίους μεγάλους πολέμους της σύγχρονης εποχής είναι μόνο μερικά από τα αντικείμενα ενδιαφέροντος του συγγραφέα. Αναφέρουμε ενδεικτικά την περίπτωση των ερειπίων του Κολοσιαίου στη Ρώμη, τα οποία εξακολουθούσαν πάντοτε να προκαλούν ιδιαίτερη εντύπωση με τη μεγαλειώδη τους εμφάνιση – με ότι έστω είχε απομείνει μετά τις καταστροφές που είχαν προκαλέσει οι βαρβαρικές επιδρομές του 5ου αιώνα, αλλά και η επί αιώνες ανακύκλωση των υλικών του στην ανέγερση νέων οικοδομών. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο Χίτλερ επισκέφθηκε τη Ρώμη το 1938, εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από τη μεγάλη διάρκεια ζωής του μνημείου, ώστε επιστρέφοντας στη Γερμανία εγκαινίασε μία νέα πολιτική αναφορικά με τον τρόπο κατασκευής των μεγάλων δημόσιων κτιρίων. Σύμφωνα με αυτή την πολιτική, ο χάλυβας και το μπετόν δεν ήταν υλικά κατάλληλα για την ανέγερση των μνημειακών κατασκευών του Ράϊχ, αφού η προβλεπόμενη διάρκεια ζωής τους ήταν μικρή. Μόνο το μάρμαρο, η πέτρα και το τούβλο μπορούσαν να εξασφαλίσουν την υπερχιλιετή διάρκεια ζωής των κτιρίων, έτσι ώστε να θυμίζουν κι αυτά – σαν τα Ρωμαϊκά ερείπια – τη δόξα του καθεστώτος του!

Σε άλλη αναφορά του βιβλίου, γίνεται λόγος για τα μέγαρα της Σικελίας που καταστράφηκαν από τους βομβαρδισμούς του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (αν και πολύ περισσότερα κατεδαφίστηκαν. στο Παλέρμο κατά τη διάρκεια της ξέφρενης μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, με τη Μαφία να πρωτοστατεί στην οργάνωση της διαδικασίας των παράνομων κατεδαφίσεων).Ένα από τα άψυχα θύματα αυτών των βομβαρδισμών ήταν το μέγαρο Lampeduza, αρχαίων ευγενών της Σικελίας. Ο συγγραφέας περιγράφει λοιπόν τη δυνατή συγκίνηση που μπορεί να αισθανθεί κανείς περιδιαβάζοντας σήμερα στα ερείπια του αρχοντικού έχοντας ως οδηγό το βιβλίο “ο Γατόπαρδος” που γράφτηκε από τον τελευταίο πρίγκηπα της οικογένειας, ο οποίος γεννήθηκε σ’ αυτό το σπίτι το 1896 και έζησε σ’ αυτό μέχρι την ημέρα της καταστροφής του.Η έκδοση του “Γατόπαρδου”, προκάλεσε μεγάλη αίσθηση στην μεταπολεμική λογοτεχνική σκηνή της Ιταλίας. Ηεπιτυχία του βιβλίου ενέπνευσε και την ομώνυμη ταινία του Λουκίνο Βισκόντι. Ο Woodward αναγνωρίζει τον “Γατόπαρδο” ως μία από τις τρεις κορυφαίες πηγές έμπνευσής του. Οι άλλες δύο είναι το βιβλίο “The Pleasure of Ruins” (1953) της Rose Macaulay και το “Voice from the Hall”(1998) του John Harris. Ο Harris, ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς της αρχιτεκτονικής της Βρετανίας, συνέδεσε το όνομά του με το κίνημα για τη διάσωση των εξοχικών Μεγάρων (country houses) της χώρας του, τα οποία το 1955- στην κορύφωση της διαδικασίας καταστροφής τους- κατεδαφιζόταν με ρυθμό δύο κτιρίων την εβδομάδα.

Αναδεικνύοντας τη δύναμη μιας “χαμένης ευχαρίστησης”, ο Woodward δεν πέφτει στην παγίδα της εξιδανίκευσης. Αναφέρεται, για παράδειγμα, σκωπτικά στη διαδεδομένη τάση μεταξύ των Αγγλων γαιοκτημόνων του 18ου αιώνα – εποχής που έδινε μεγάλη έμφαση στο γραφικό (picturesque)- που δεν διέθεταν τίτλους ευγενείας με μεγάλο χρονικό βάθος, να ανεγείρουν στις εκτάσεις τους ψεύτικα ερείπια, προκειμένου να πείσουν για την “υψηλή” καταγωγή τους... Αλλού, ο συγγραφέας αποκαθηλώνει τον Αρχιτέκτονα του Βρετανικού Κοινοβουλίου Pugin, μυθική μορφή του πολιτιστικού κινήματος του 19ου αιώνα υπέρ της “επιστροφής στον Μεσαίωνα”. Σε άλλη περίσταση, αναγνωρίζει ότι η διατήρηση των ερειπίων δεν είναι αυτοσκοπός και ότι, αντίθετα, ο συμβολισμός της ανακατασκευής μισοκατεστραμμένων κτιρίων μπορεί να έχει μια άλλη, ιδιαίτερη δυναμική. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της Πολωνίας, όπου μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (στη διάρκεια του οποίου η καταστρεπτικότητα των πολεμικών όπλων έφτασε στο αποκορύφωμά της ) πολλά μέγαρα και εκκλησίες ξαναχτίστηκαν ως πιστά αντίγραφα αυτών που ανατίναξαν οι Ναζί. Η κατεδάφιση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του πολωνικού έθνους, ήταν ένα από τα όπλα των Ναζί προκειμένου να εξαφανίσουν την πολωνική κουλτούρα, οπότε η εκ νέου ανέγερση θεωρήθηκε ως απαραίτητη ενέργεια στα πλαίσια μιας εθνικής αποκατάστασης...

Είναι πολύ σημαντικό ότι ο Woodward καταφέρνει στο βιβλίο του να εντοπίσει τη βάση της γοητείας που μπορεί να ασκήσουν τα ερείπια. Σύμφωνα με το συγγραφέα, η δύναμη των ερειπίων είναι ακριβώς η μη πλήρης μορφή τους, που αφήνει χώρο στη φαντασία των παρατηρητών να συμπληρώσουν ανάλογα με τις δικές τους ευαισθησίες... Εμείς θα προσθέταμε ότι στην έλξη που ασκούν τα ερείπια συμβάλλει και το “κλίμα της ανιδιοτέλειας” που τα περιβάλλει. Έτσι όπως “κείνται αποκαμωμένα”, τα χαλάσματα δεν μπορούν να εμπνεύσουν πια εκ των πραγμάτων το δέος της επιβολής, όπως θα ήταν ενδεχομένως η επιθυμία αυτών που τα οικοδόμησαν στην αρχική τους μορφή. Στα ίδια πλαίσια, είναι σαφές ότι τα ερείπια αποκλείεται να φορτιστούν με τη “ματιά του συμφέροντος”, να προκαλέσουν δηλαδή το εμπορικό ενδιαφέρον με τον τρόπο που το κάνει μια άλλη ημιτελής κτιριακή μορφή- το μοντέρνο γιαπί. Υπέρ των ερειπίων είναι και το βάρος της ιστορίας που φέρουν. Με αυτή την έννοια, είναι πολλοί οι παρατηρητές που βλέπουν στα χαλάσματα τη διάσταση του εφήμερου και του περαστικού, αναλογιζόμενοι όχι μόνο τα “περασμένα μεγαλεία”, αλλά και “το μέλλον των δικών τους κοινωνιών”. Αν η Βαβυλώνα και οι Μυκήνες, η Ρώμη, η Καρχηδόνα και η Αθήνα καταστράφηκαν και οι πολιτισμοί τους είχαν το ίδιο τέλος με την κάποτε περίλαμπρη αρχιτεκτονική τους, δεν θα μπορούσε να συμβεί κάτι ανάλογο στο Λονδίνο ή το Παρίσι; Ο Woodward, τέλος επισημαίνει την σύνδεση που μπορεί να έχει η έμφαση στα ερείπια με τη γενικότερη περιπέτεια της ανθρώπινης ψυχής στις μοντέρνες κοινωνίες. “Ο Φρόϋντ”, μας υπενθυμίζει ο συγγραφέας, “είδε την αναλογία μεταξύ αρχαιολογίας και ψυχανάλυσης”. “Οι πέτρες μιλούν”, έγραψε ο Φρόϋντ, “και κάθε τους κομμάτι πρέπει να εκτεθεί στο φώς, να μελετηθεί και να αναλυθεί ως ένα τεκμήριο ευρύτερης σημασίας”.

Από την άλλη μεριά, αυτό που ο συγγραφέας δεν προσφέρει είναι μια σύνδεση της αισθητικής προσέγγισης των ερειπίων με την ευρύτερη ιδεολογική στάση των ευρωπαϊκών κοινωνιών για κάποιους αιώνες πριν από τον 20ο προς την “αρχαιολατρεία”. Αλλά αυτό είναι ένα πολύ ευρύτερο θέμα, το οποίο έχει αποδειχθεί έτσι κι αλλοιώς “πολύ μεγάλη μπουκιά” για αρκετούς θεωρητικούς που έχουν ασχοληθεί με αυτό. Άλλωστε, δεν είναι σίγουρο πως ο Woodward ενδιαφέρεται πράγματι για μια τέτοια σύνδεση. Αυτό που έχει σημασία γι’ αυτόν, είναι να “μπολιάσει” τον σύγχρονο άνθρωπο με μια απόλαυση του παρελθόντος... Είναι βέβαιο πως έχει πετύχει τον σκοπό του με το παραπάνω. Κατάφερε να αναδείξει ένα αραχνιασμένο θέμα, να το φέρει στο φως του ήλιου και να το γονιμοποιήσει, βοηθώντας τον σύγχρονο αναγνώστη στην καλλίτερη τακτοποίηση των συγκινήσεών του, αλλά και στην εκλέπτυνση του γούστου του... Η ανάγνωση του βιβλίου “In the Ruins” είναι μια λεπτή επαφή με την ιστορία μιας πτυχής της αισθαντικότητας των ευρωπαϊκών κοινωνιών, και οπωσδήποτε μια σπάνια αισθητική απόλαυση...

Christopher Woodward

In Ruins

Εκδόσεις Vintage, 2002, σελ.280

Δημοσίευση : 09.02.2003