Δεν ενδιαφέρει τόσο η “πραγματικότητα”, ως απλή αναπαράσταση των όσων συμβαίνουν γύρω μας, όσο η “αλήθεια”

Μανώλης Γλέζος : Ο Γιώργος αποκάλυψε τον εαυτό του
20 Δεκεμβρίου 2009
Ποιός θα μπορούσε να ζωγραφίσει τα μάτια της Μέδουσας;
5 Οκτωβρίου 2016

Συνέντευξη του Γιώργου Χατζηστεργίου στη Μυρτώ Τσελέντη για την εφημερίδα “Ο Κόσμος του Επενδυτή” (2011), με αφορμή την έκδοση του βιβλίου “Έξοδος

Ο Άρης είναι ένας βολεμένος αστός. Έχει μια καλή δουλειά, που θα μπορούσε να ζήσει άνετα αυτόν και την οικογένειά του μέχρι τέλους του επίγειου βίου του. Όταν όμως, κάποια ωραία μέρα, απολύεται, σβήνει, μαζί με τη δουλειά, κι ολόκληρος ο κόσμος του. Απελπισμένος, και χωρίς να έχει πια τίποτα να χάσει, ορθώνει το ανάστημα του απέναντι στο εταιρικό τέρας. Στο δρόμο του βρίσκει πολύτιμους συμμάχους: κοπέλες στα όρια της εκπόρνευσης, ανθρώπους με δικές τους σκοπιμότητες, ή απλά κοινωνικά απόβλητους, σαν και τον ίδιο, που αγωνίζονται αμυνόμενοι για την αξιοπρέπειά τους. Ένα αλληγορικό μυθιστόρημα για όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα αλλά και σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο.


  • Τι ήταν αυτό που σας παρακίνησε να γράψετε το βιβλίο “Έξοδος”;

    Το προηγούμενο λογοτεχνικό βιβλίο μου “Σου έχει μείνει καθόλου περιουσία;” που είχε γραφεί ενώ ακόμα η κρίση ήταν στο δρόμο προς την Ελλάδα και την Ευρώπη, τελείωνε με μια καταστροφή. Μια παράξενη καταστροφή στην οποία όλοι είχαν συμβάλλει και την είχαν επιδιώξει. Τώρα που η καταστροφή έχει επέλθει σε πραγματικό χρόνο γύρω μας, η “Έξοδος” έρχεται να κινηθεί σε ένα χρόνο μετά από αυτή. Σε ένα “μετά” μετέωρο καθώς η καταστροφή δεν έχει την έννοια της κάθαρσης που είχε στην αρχαία ελληνική τραγωδία αλλά εκδηλώνεται με επάλληλους κύκλους που δεν έχουν τελειωμό, με την κατάσταση να οξύνεται όλο και περισσότερο. Η “Έξοδος” έρχεται επίσης να κινηθεί σε έναν χώρο που συμπεριλαμβάνει πιά όχι μόνο την Αθήνα, αλλά και τη Λέσβο, το Λονδίνο, τον πλανήτη ολόκληρο, καθώς πια καμμία εξέλιξη δεν είναι μεμονωμένη, όλα αφορούν όλους. Και βέβαια, αυτό που αλλάζει στην “Έξοδο” σε σχέση με το προηγούμενο βιβλίο είναι ότι οι πρωταγωνιστές του στέκονται απέναντι από τον οδοστρωτήρα και επιχειρούν να βρούν τρόπους να τον σταματήσουν.

    Η “Έξοδος” ήλθε αβίαστα για μένα, ως απαραίτητη, φυσική πράξη. Ενώ ο κόσμος καίγεται γύρω μας, γεφύρια γκρεμίζονται παντού και οι άνθρωποι τριγυρνάνε αλαφιασμένοι, δεν υπήρχε περίπτωση να μην γράψω για αυτά και να μην προσπαθήσω γράφοντας να καταλάβω τι είναι αυτό που κυνηγάει τη ζωή μας.

    Η “Έξοδος” θα μπορούσε να διαβαστεί ως οξύ χρονικό της εποχής, έχει ήδη σχολιαστεί ως τέτοιο, αλλά ελπίζω ότι είναι κάτι περισσότερο από αυτό. Μαζί με το “Σου έχει μείνει καθόλου περιουσία;” και το θεωρητικό βιβλίο “Η Γή τρέμει! Άνθρωποι και κατασκευές σε έναν κόσμο που αλλάζει” προκύπτει μία τριλογία με την οποία επιχειρείται η προσέγγιση όχι τόσο της “πραγματικότητας” με την έννοια της απλής αναπαράστασης των όσων συμβαίνουν γύρω μας, όσο της “αλήθειας” της τρομερής εποχής μας.

  • Στο μυθιστόρημά σας περιγράφετε, εκτός των συνηθισμένων, και ορισμένες ακραίες καταστάσεις. Πιστεύετε ότι αυτές αποτελούν κρυφές όψεις ενός δυσοίωνου μέλλοντος ή ενός άδηλου ακόμα, σκοτεινού παρόντος που πολλοί αγνοούν;

    Οι καταστάσεις, τις οποίες χαρακτηρίζετε ως «ακραίες», για μένα δεν περιγράφουν ένα δυσοίωνο μέλλον αλλά καταστάσεις που συμβαίνουν πραγματικά σήμερα.

  • Ζωγραφίζετε ένα πολύ μελανό πορτρέτο του σύγχρονου καπιταλισμού. Αποτελεί και αυτό ένα από τα πραγματικά πρόσωπα της σημερινής Ελλάδας;

    Ναι, είναι η πραγματικότητα. Το δυστύχημα είναι ότι δεν αφορά αποκλειστικά την Ελλάδα. Αν ήταν έτσι, θα βρίσκαμε την άκρη. Φοβάμαι όμως ότι πρόκειται για μια κατάσταση που εξελίσσεται σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Πράγματα που συνέβαιναν με πολλή ένταση, εδώ και πολύ καιρό, στις χώρες του τρίτου κόσμου αρχίζουν για πρώτη φορά να αποτελούν τμήμα της καθημερινότητας του ευρωπαίου πολίτη.

  • Ευθύνεται γι’ αυτό, κατά τη γνώμη σας, το καπιταλιστικό σύστημα ή οι άνθρωποι;

    Δεν θα χρησιμοποιούσα τους συγκεκριμένους όρους, όχι γιατί είναι λάθος, αλλά γιατί είναι χιλιοφορεμένοι και παρεκτρέπουν εύκολα την συζήτηση χωρίς να μας αφήνουν να δούμε επί της ουσίας τα πράγματα. Όντως πρόκειται για ένα σύστημα που έχει φθάσει στα όριά του. Δεν συμμερίζομαι την άποψη ότι φταίνε, γενικά και αόριστα, οι άνθρωποι - κάτι το οποίο προβάλλεται έντονα μέσα στο κλίμα ηθικισμού της εποχής μας. Αυτοί που διακινούν αυτή την άποψη μου θυμίζουν λίγο τα παλαιά κατηχητικά που έστελναν στους ενορίτες επιστολές για να τους θυμίσουν τις αμαρτίες τους και να τους τρομάξουν. Έτσι και τώρα, επιδιώκουν να στριμώξουν τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά στη γωνία και να τον κάνουν να αισθάνεται ένοχος για όλα, ενώ τα μεγάλα θέματα παίζονται αλλού και από άλλους. Επομένως δεν θα έριχνα το βάρος της ευθύνης στους ανθρώπους, όχι επειδή είναι άμοιροι ευθυνών αλλά επειδή το βασικό πρόβλημα το δημιούργησε ο ίδιος μηχανισμός που κινείται σήμερα με τόσο άγριο και πρωτοφανή τρόπο, ώστε να εξωθεί την κοινωνία στα όριά της. Μια επώδυνη κατάσταση για όλους εμάς που βιώνουμε την επίθεσή του.

  • Η Σεϋρού ρωτάει οργισμένα τον Άρη : «Ο τρόπος που δουλεύεις κάνει τη διαφορά ή ο σκοπός που υπηρετείς;» Η δική σας απάντηση σε αυτό το ερώτημα ποια είναι;

    Για μένα ο τρόπος είναι κρίσιμος. Ποτέ δεν πίστεψα σε ουτοπικούς σκοπούς. Πολλές φορές ένας σκοπός που μοιάζει τέλειος είναι παραπλανητικός και χρησιμοποιείται για να παγιδεύσει ή και να εξαθλιώσει τα άτομα.

  • Όντως, στο βιβλίο παρατηρούμε τους καταπιεστές και τους εγκληματίες να μασκαρεύουν τις προθέσεις τους και να τις παρουσιάζουν ως δημοκρατικές επιλογές.

    Η δημοκρατία χρησιμοποιείται παραπλανητικά την ώρα που όλα γύρω μας συμβάλλουν στην κατάργηση της.

  • Επανερχόμενο θέμα είναι ο ιδιωτικός χώρος, τον οποίο παρουσιάζετε ως απόρθητο φρούριο, που λειτουργεί ταυτόχρονα ως φυλακή αλλά και ως προστασία από τον εξωτερικό κόσμο. Πότε το σπίτι λειτουργεί ως προστασία και πότε ως φυλακή;

    Πιστεύω ότι όλο και περισσότερο κυριαρχεί η τάση να κλεινόμαστε σε ένα χώρο μέσα στον οποίο να ασκούμε όλες τις δραστηριότητές μας: να νομίζουμε ότι κάνουμε βόλτες στον ευρύτερο κόσμο (αλλά κατά βάση σε εικονικό επίπεδο), από εκεί να κάνουμε τη δουλειά μας (όσοι έχουν την τύχη να την έχουν ακόμα). Ο εγκλεισμός αυτός διαφημίζεται ως τρόπος υπέρ της ασφάλειας και της άνεσης και που οδηγεί σε μια διαδικασία αυτογνωσίας αλλά, στην ουσία, εξωθεί σε ένα είδος αυτισμού. Παράλληλα υπονομεύεται με μια σειρά Νόμων η δυνατότητα να θεωρήσεις ως φρούριο το σπίτι σου, κάτι που είναι πολύ κρίσιμο. Για να καταφέρεις να μείνεις στο σπίτι που αγόρασες ή κληρονόμησες πρέπει κάθε τόσο να καταβάλλεις απάνθρωπους φόρους στο Σερίφη του Νότιγχαμ, τον άθλιο λακέ του βασιλιά Ιωάννη στον Ρομπέν των Δασών. Όμως, ο άνθρωπος ακόμα και σε μια φουτουριστική, από τεχνολογικής άποψης, κοινωνία, δεν μπορεί να χάσει την κοινωνική του διάσταση χωρίς να ευνουχιστεί. Το ιδανικό είναι να μπορεί να χρησιμοποιεί το σπίτι του ως κάστρο, από τη μια, και, από την άλλη, ως εφαλτήριο, ώστε να ανακατεύεται με τους άλλους στον δημόσιο χώρο και να βιώνει έτσι με πληρότητα την ύπαρξή του, τη στιγμή που όλα γύρω του επιδιώκουν την εξάλειψή του δημόσιου χώρου και της ανάμιξης.

  • Διευρύνοντας αυτό τον προβληματισμό, θεωρείτε ότι και η καθημερινότητα λειτουργεί μέσα σε μία γυάλα προστασίας/φυλακής;

    Δεν υποτιμώ καθόλου τη γυάλα, καθώς μπορεί να έχει χαρακτήρα ψυχαγωγικό καθώς και να σου κάνει τη ζωή πιο εύκολη. Αλίμονο όμως αν εξελιχθούμε σε αυτιστικά όντα που βρίσκονται αποκλειστικά υπό την επιρροή της γυάλας. Τότε οφείλουμε να σπάσουμε τη γυάλα.

  • Ο φίλος του κεντρικού σας ήρωα, του Άρη, φοβάται να φύγει από το σπίτι του γιατί δεν έχει κάποια ιδιοκτησία ή καταθέσεις στο όνομά του. Πιστεύετε ότι η κοινωνία τροχιοδρομεί τον αυτοπροσδιορισμό μας ανάλογα με όσα υλικά ή οικονομικά αγαθά κατέχουμε;

    Απολύτως. Ένα καλό όμως στη φρίκη της κρίσης που βιώνουμε σήμερα είναι ότι όλα αυτά τα πρότυπα δεν μπορούν εκ των πραγμάτων να εφαρμοστούν στην πλειονότητα των ανθρώπων, οπότε αναπόφευκτα θα πάψουν και να ισχύουν. Επομένως η κρίση μπορεί να αποδειχθεί και εν μέρει απελευθερωτική, να αφαιρέσει ψευδαισθήσεις, να καθαρίσει το τοπίο ώστε να μπουν νέες βάσεις. Πολλοί άνθρωποι, που μέχρι πρότινος κοίταζαν με δέος τους πολιτικούς, τους δικηγόρους ή τα άλλα πρόσωπα που προβάλλονταν συστηματικά από τα μέσα (ΜΜΕ), βλέπουν τώρα πιο καθαρά και δεν έχουν πλέον καμία διάθεση να αποδώσουν τιμές σε αυτά τα άτομα, όπως έκαναν μέχρι πρόσφατα.

  • Παρουσιάζετε την τεχνολογία από τη μια ως μέσο ελέγχου και ποδηγέτησης των μαζών και από την άλλη ως μέσο απελευθέρωσής τους και διάδοσης της αλήθειας. Ποια από τις δύο όψεις υπερισχύει για σας;

    Αυτό είναι ένα από τα αγαπημένα μου θέματα. Από παλιά, με την ιδιότητά του πολιτικού μηχανικού, είχα ασχοληθεί ενεργά με τον μαγικό κόσμο των υπερκατασκευών, δηλαδή τις κατασκευές με μεγάλα ανοίγματα, που είναι αστραφτερές και εντυπωσιακές είτε ως μεγάλες γέφυρες είτε ως στέγαση μεγάλων αθλητικών χώρων. Πρόκειται για έναν ολόκληρο κόσμο που προσφέρει τεράστιες δημιουργικές δυνατότητες και στον οποίο χρωστάω πολλά. Παράλληλα όμως, ακόμα και τότε, έβλεπα και την άλλη, τη σκοτεινή, όψη του κόσμου των κατασκευών, αυτή των καταστροφών, των σοβαρών βλαβών και των καταρρεύσεων, την οποία επίσης διερευνούσα προκειμένου να καταλάβω καλύτερα τον κόσμο συνολικά. Ο κόσμος δεν συνίσταται μόνο από φως ή μόνο από σκοτάδι, είναι και τα δύο. Έτσι και στο βιβλίο δεν θέλησα να χαρίσω την τεχνολογία αποκλειστικά στους καταπιεστές, καθώς μάλιστα απορρίπτω και την παθητική στάση της γκρίνιας και της παραίτησης. Την τεχνολογία δεν πρέπει να την κάνουμε δώρο σε όσους μας καταπιέζουν, οφείλουμε να την μάθουμε και να την αξιοποιήσουμε.

  • Όπως αναδεικνύεται στο βιβλίο σας, η ναρκισσιστική επιδίωξη κάποιων ανθρώπων να βρίσκονται στο επίκεντρο της προσοχής των υπολοίπων έχει πάρει νέες διαστάσεις τα τελευταία χρόνια. Σε αυτό συμβάλλουν τόσο η τηλεόραση, που με τα διάφορα προγράμματα ριάλιτι τρέφει με όνειρα διασημότητας, όσο και η δυνατότητα υπερπροβολής του «εγώ» εαυτού μέσα από τις ιστοσελίδες της κοινωνικής δικτύωσης. Θεωρείτε πως όλα αυτά αποτελούν ένα προϋπάρχον ανθρώπινο χαρακτηριστικό, που απλά τώρα του δόθηκε η δυνατότητα να εκδηλωθεί, ή σημείο των καιρών;

    Ο άνθρωπος ποτέ δεν ήταν τέλειος και το χαρακτηριστικό αυτό πάντα υπήρχε. Απλώς, τώρα, που η παντοδύναμη μηχανή της εξουσίας βρίσκεται σχεδόν εκτός ελέγχου να ποδοπατά ότι βρεί μπροστά της, οι άνθρωποι φοβούνται πως θα χαθούν αν δεν βρίσκονται στο επίκεντρο. Ο ναρκισσισμός έχει σχέση με αυτό τον φόβο, αλλά είναι γενικότερα ένα καταφύγιο των απελπισμένων, όχι μόνο του κατώτερου κοινωνικού ή οικονομικού στρώματος, αλλά όλων όσων αντιμετωπίζουν μια υπαρξιακή έλλειψη, οπότε καταλήγουν στις απόπειρες υπέρμετρης προβολής του εαυτού τους για να καλυφθούν.

  • Στο βιβλίο καταλογίζετε στον άνθρωπο που χρηματοδοτεί φιλανθρωπικές οργανώσεις την υποχρέωση να ερευνήσει το έργο τους και τους σκοπούς τους. Η άγνοια ακυρώνει τις καλές προθέσεις. Συνεπώς πιστεύετε πως η φιλανθρωπία είναι τελικά μια ανιδιοτελής πράξη ή πως μπορεί ακριβώς να εξελιχθεί σε κάτι το τελείως αντίθετο;

    Το ζήτημα αυτό βρίσκεται στο επίκεντρο ορισμένων συζητήσεων. Αξίζει να σας πω ότι διάβασα πρόσφατα στους Financial Times ένα άρθρο που ανακοίνωνε όλο χαρά την αύξηση παγκοσμίως των τρισεκατομυριούχων, κάτι το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο, συνεπάγεται περισσότερες φιλανθρωπικές πράξεις. Η σύνδεση του υπερβολικού πλούτου με τη φιλανθρωπία κρύβει μια τρομερή σκοπιμότητα: να εξωραΐσει τον τρόπο με τον οποίο αποκτήθηκαν αυτά τα πλούτη, συνδέοντάς τα με καλές πράξεις. Την ίδια στιγμή μάλιστα που βιώνουμε την κατάργηση του κοινωνικού κράτους. Μας λένε: «Παραιτηθείτε από το κοινωνικό κράτος, που ήταν μέρος ενός άτυπου συμβολαίου των κάτω με τους πάνω, και να εύχεστε να είναι όσο περισσότεροι γίνεται οι πολυεκατομμυριούχοι ώστε να υπάρχει η φιλανθρωπία». Από παλιά βέβαια αρκετοί πλούσιοι επεδίωκαν να γεφυρώνουν με τις πράξεις τους το κενό που τους χώριζε από την υπόλοιπη κοινωνία, αλλά δεν μπορώ να μην παρατηρήσω την ποιοτική διαφορά της φιλανθρωπίας της εποχής της βιομηχανικής επανάστασης στο Λονδίνο, όπου η φιλανθρωπία, από πολλές απόψεις, είχε ένα μεγαλύτερο και πιο οργανωμένο υπόβαθρο, σε σχέση με τη σημερινή. Πρόκειται για τη διαφορά μεταξύ μιας κοινωνίας που στηρίζεται στην παραγωγή, έστω με όλα συναφή τα βάσανά της, και αυτής που στηρίζεται στη λαμογιά. Σήμερα υπάρχουν μόνο φανταχτερές εντυπωσιακές πράξεις, για τις οποίες δεν γνωρίζουμε καν το πλαίσιό τους, από πού πηγάζουν και που καταλήγουν, και ποια είναι η σχέση τους με την πραγματικότητα. Βέβαια, οποιαδήποτε πράξη βοηθάει στην ανακούφιση των πασχόντων είναι άξια σεβασμού αλλά δεν επιτρέπεται να αγνοούμε ότι οι έμποροι όπλων χρησιμοποιούν τα δίκτυα των φιλανθρωπικών οργανώσεων για τους δικούς τους σκοπούς. Είμαι επίσης κατά του καθεστώτος του δούλου ο οποίος δεν ελπίζει παρά στη γενναιοδωρία του αφεντικού.

  • Ο Άρης είναι ερασιτέχνης μελετητής της ιστορίας. Είναι η γνώση της ιστορίας ένα απαραίτητο εργαλείο για την αποκρυπτογράφηση του παρόντος;

    Για μένα είναι, γιατί απλά έτσι κερδίζουμε χρόνο. Μέχρι να καταλάβουμε τι παίζει γύρω μας - που μπορεί να μας πάρει δεκαετίας και μέχρι τότε να έχουμε εξαφανιστεί από την γη - κόβουμε δρόμο, γλιτώνουμε μια χρονοβόρα καθυστέρηση.

  • Αναφέρεστε επίσης στα αρχαιολογικά μνημεία της Ελλάδας, και κατ’ επέκταση και του παγκόσμιου πολιτισμού. Ποια θα έπρεπε να είναι, κατά την γνώμη σας, η στάση της πολιτείας απέναντί τους, ειδικά όταν, σε αρκετές περιπτώσεις, αυτά ρημάζουν από έλλειψη οικονομικών πόρων;

    Σήμερα - ακριβώς επειδή υπάρχει η ώθηση να κλειστεί ο άνθρωπος μέσα, να ζει κυρίως σε μια εικονική πραγματικότητα, σπιτιού του, έχοντας μόνο την ψευδαίσθηση της κοινής ζωής με τους υπόλοιπους, που είναι επίσης κλειδωμένοι μονάχοι τους και παρακολουθούν τις ίδιες εικόνες - τα μνημεία και γενικώς τα ερείπια του παρελθόντος συνιστούν μια ανωμαλία για το σύστημα, αφού με την παρουσία τους ως προϊόντα άλλων, διαφορετικών πολιτισμών παρεμποδίζουν τον τρόπο με τον οποίο επιδιώκεται να λειτουργήσει ο κόσμος. Υπενθυμίζουν ότι υπάρχει κάτι άλλο από αυτό που κυριαρχεί σήμερα,· ξηλώνει κατά κάποιο τρόπο τη μοναδικότητα του εικονικού κόσμου βάζοντας ερωτηματικά. Αποκτούν επομένως μια επικίνδυνη διάσταση. Με πρόσχημα λοιπόν τις περιορισμένες δυνατότητες οικονομικής εκμετάλλευσης τους, θα μας τα παρουσιάζουν όλο και περισσότερο ως παρωχημένα και άχρηστα. Θα μας καλούν να απαλλαγούμε από όλα αυτά τα χαλάσματα του παρελθόντος που λειτουργούν ως η σκόνη που μπαίνει στη μηχανή και απειλεί να κάψει τα ηλεκτρικά της κυκλώματα. Όμως τα χαλάσματα αυτά είναι μια ελπίδα κρίσιμη για εμάς που θέλουμε να ζήσουμε τη ζωή στην πληρότητά της και γι’ αυτό αξίζει να ξαναβρούμε τη συμβολική σημασία τους, την ποιητικότητά τους… Είναι ένα από τα όπλα μας για την διατήρηση του νοήματος και δεν πρέπει να ανεχθούμε αυτή τη λοβοτομή που επιχειρείται, την κατάργηση της συλλογικής μνήμης και ευαισθησίας, προκειμένου να γίνουμε απολύτως συμβατοί με την επιπεδότητά του εικονικού κόσμου.

  • Οι αναμνήσεις των πρωταγωνιστών του βιβλίου σας λειτουργούν γι’ αυτούς όπως τα ερείπια ή τα μνημεία που προαναφέραμε;

    Ανάλογο ρόλο με τα ερείπια και τα μνημεία παίζει στο βιβλίο η μνήμη των προγόνων, ο κόσμος του παρελθόντος. Είναι κι’ αυτός από μία άποψη ένας εικονικός κόσμος πιά, με τα προβλήματα και τις παγίδες του για όσους τον επικαλούνται, αλλά επειδή λειτουργεί με βάση τα πραγματικά βιώματα, προσωπικά και συλλογικά, και με αίσθηση ιστορικού βάθους, δεν μπορεί εύκολα να ελεγχθεί από την εξουσία, οπότε αν χρειαστεί μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο στον σύγχρονο εικονικό κόσμο των ηλεκτρονικών πολυμέσων

  • Αναφέρεστε εκτενώς στην πρακτική του gentrification, δηλαδή της προμελετημένης υποβάθμισης ορισμένων περιοχών με σκοπό την εκμετάλλευση τους κάποια στιγμή αργότερα. Είναι ένα ζήτημα το οποίο παρουσιάζεται σήμερα στην Ελλάδα, και σε ποιες περιοχές;

    Ναι, υπάρχει. Και δεν αναφέρομαι σε περιοχές όπως το Ψυρρή, ο Κεραμεικός και το Μεταξουργείο όπου, αν υποθέσουμε ότι η μετάλλαξή τους έκρυβε σκοπιμότητες, πάντως έγινε με χωριατιά, με πρωτόγονο τρόπο. Το αποτέλεσμα είναι μια κακορίζικη κατάσταση, μια τρύπα στο νερό. Αλλά αν το ζήτημα ήταν μόνον αυτό, μπορεί να μη μας πείραζε και πολύ. Κάποια άλλη περιοχή θα βρίσκαμε για να ζήσουμε τη ζωή μας. Το πολύ σοβαρό, σχεδόν τραγικό, ζήτημα είναι άλλο κατά τη γνώμη μου : αυτή την περίοδο βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη μια συστηματική και σκόπιμη υποβάθμιση του οικοπέδου που λέγεται Ελλάδα. Από πολλές απόψεις: του αποκλεισμού μας από τη διαχείριση των γεωπολιτικών μας πλεονεκτημάτων ή των φυσικών πόρων της χώρας, μέχρι την απαξίωση της ακίνητης περιουσίας συνολικά. Πρόκειται για νέα εποχή. Οι υποβαθμιζόμενες περιοχές δεν θα αξιοποιηθούν απαραίτητα με τον τρόπο που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Εμείς ξέραμε ότι όταν γκρεμίζεται ένα παλιό σπίτι, στη θέση του φτιάχνεται μια πολυκατοικία, (συνήθως άχαρη, με στενά πεζοδρόμια), οπότε το περιβάλλον επιβαρύνεται, αλλά ταυτόχρονα η δραστηριότητα αυτή μοίραζε σε αρκετό κόσμο τα κέρδη, τις δουλειές ή στο επίπεδο των κομφόρ βελτίωνε το βιοτικό επίπεδο όσων έμεναν εκεί. Η κίνηση που υπάρχει τώρα - όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο - δεν είναι τέτοιου είδους. Πολλά θα λειτουργήσουν στα πλαίσια ενός εικονικού κόσμου, και εκτάσεις της Ελλάδας θα παίζονται στα χρηματιστήρια του πλανήτη ως άυλοι τίτλοι, χωρίς όμως αυτί να σημαίνει ότι θα μπουν πράγματι στα οικόπεδα αυτά γερανοί, να χτιστούν καινούργια κτίρια. Μπορεί να μην γίνει τίποτα στο πεδίο της πραγματικότητας, αλλά να βγουν χρήματα για πολύ λίγους πιά– και πάντως από άλλους, και όχι από τους Έλληνες που θα τα έχουν αποστερηθεί -από αυτή τη χρηματιστηριακή διαδικασία.

  • «Η εξουσία γνωρίζει την αλήθεια. […] Το ζήτημα είναι πώς θα πεις την ιστορία σε κάποιον που δεν τη γνωρίζει. Ο τρόπος που θα πεις την ιστορία, η μορφή που θα πάρει αυτή η διήγηση, είναι ένα είδος αποκάλυψης της αλήθειας». Ήταν αυτός ο συγγραφικός σας στόχος με αυτό το βιβλίο;

    Όταν ξεκίνησα να γράφω με αυτό τον τρόπο, με αυτό το αποσπασματικό, το μη γραμμικό και κατακερματισμένο στυλ αφήγησης στο πρώτο μου βιβλίο, στο «Σου έχει μείνει καθόλου περιουσία;», πολλοί αναγνώστες προβληματίστηκαν. Αλλά, παραφράζοντας τον Μακ Λούαν, ο τρόπος, η μορφή που παίρνει η διήγηση στα βιβλία μου είναι και το μήνυμα. Δεν θα μπορούσα να γράψω με μια στρωτή, γραμμική ροή αφήγησης γιατί όλα γύρω μου φωνάζουν ότι ζούμε σε έναν ξεχαρβαλωμένο κόσμο, επομένως δεν θα μπορούσα κι εγώ να τον αποτυπώσω με έναν αρμονικό τρόπο.