Στη συνοικία των εργατικών

Υπάρχει ζωή μετά θάνατον για τις πόλεις;
20 Απριλίου 2003
Τα έργα των μεγάλων διοργανώσεων
14 Φεβρουαρίου 2004

Χαρούμενα παιδιά σε συνοικία του Ανατολικού άκρου του Λονδίνου, Μάρτιος 1939.


Μεταμορφώσεις του λονδρέζικου Ιστ Εντ κατά τη μεταπολεμική περίοδο


του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου

«H παιδική μου ηλικία ήταν μέρος ενός κόσμου ο οποίος σήμερα δεν υπάρχει... Στους δρόμους υπήρχαν κάρα και παλιά τραμ που έβγαζαν σπίθες στο πέρασμά τους... Τον κόσμο αυτόν τον αποτελούσαν μαζί με την οικογένεια οι γείτονες και τα παιδιά που παίζανε στους δρόμους και αποκαλούσαν όλες τις γυναίκες στη γειτονιά "θεία", άσχετα από τον πραγματικό βαθμό συγγένειάς τους... Οι γυναίκες παντρεύονταν πολύ νωρίς, έκαναν πολλά παιδιά και φαίνονταν γερασμένες προτού φτάσουν στα σαράντα... Ηταν αυτές όμως που κάνανε κουμάντο στο σπίτι και στη γειτονιά... Τα καλοκαιρινά βράδια κάθονταν σε μια καρέκλα της κουζίνας έξω στον δρόμο κουβεντιάζοντας και γελώντας...». Περί τίνος πρόκειται; Μεταξουργείο, Βοτανικός ή Πατήσια στις αρχές της δεκαετίας του 1950;

Πιο κάτω η περιγραφή αναφέρεται ρητά στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες: «Τότε άρχισε η μαζική κατεδάφιση των παλιών σπιτιών. Τα χαμόσπιτα εξαφανίστηκαν για να δώσουν τη θέση τους σε ψηλά κτίρια... Πολλοί άνθρωποι μετακόμιζαν σε άλλες μακρινές περιοχές για να βρούνε δουλειές. Ετσι χάλασαν οι γειτονιές... Δεν υπήρχε πια το αίσθημα της "κοινότητας", αφού δεν ήξερες καλά καλά ποιος είναι ο διπλανός σου...». Και όμως, παρά τις καταπληκτικές ομοιότητες, δεν πρόκειται για το Μεταξουργείο ούτε για μια ελληνική επαρχιακή πόλη παλαιότερης εποχής. Ολα αυτά αφορούν το Ιστ Εντ, τη μεγάλη εργατική περιοχή του Λονδίνου, τις δεκαετίες του '40, του '50 και του '60. Μετά τη μεγάλη επιτυχία του συγκλονιστικού βιβλίου Angela's Ashes του Φρανκ Μακ Κορτ και της ομώνυμης ταινίας, στη Βρετανία εκδίδονται αυτή την εποχή αρκετά βιβλία που αναφέρονται στον τρόπο ζωής της κοινωνίας την εποχή «όπου ήμαστε παιδιά» και αφορούν κυρίως οικονομικά υποβαθμισμένες περιοχές του Λονδίνου ή άλλες πόλεις του Ηνωμένου Βασιλείου... Βεβαίως, το Ιστ Εντ δεν είναι μια τυχαία περιοχή. Κατέχει κορυφαία θέση στη μυθολογία του «λαϊκού Λονδίνου» ως η περιοχή όπου έδρασε ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης, οι πρώτοι αναρχικοί, αλλά και ως η γενέτειρα προσωπικοτήτων όπως ο Χάρολντ Πίντερ ή ο Βιντάλ Σασούν. Είναι επίσης η περιοχή όπου το 1936 δεκάδες χιλιάδες κάτοικοι αντιμετώπισαν αποφασιστικά τους μελανοχίτωνες του αγγλικού φασιστικού κόμματος όταν αυτοί επιχείρησαν να παρελάσουν εκφοβιστικά στην εβραϊκή συνοικία. H αρχετυπική εικόνα του Ιστ Εντ προκύπτει από την περιγραφή συγγραφέα της βικτωριανής εποχής, δηλαδή του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα: «Το Ιστ Εντ είναι η κόλαση της φτώχειας. Αυτή η περιοχή τροφοδοτεί αλλά και περικυκλώνει, με τη γεωγραφική της γειτνίαση, την ευζωία και τον πλούτο του Σίτι και του Γουέστ Εντ...».

Το βιβλίο της Τζίλντα Ο' Νιλ ξεκινά με μια αναδρομή στον τρόπο που εξελίχθηκε η πόλη του Λονδίνου και πώς το ανατολικό του άκρο (Ιστ Εντ) στην περιοχή του Τάμεση κατοικήθηκε σταδιακά από εργάτες που έβρισκαν δουλειά στο λιμάνι. Ηταν η βιομηχανική επανάσταση που έφερε κολοσσιαία οικονομική άνθηση στο Λονδίνο και μαζί με αυτή μια πολύ μεγάλη αύξηση πληθυσμού εργατών στο Ιστ Εντ. H κατάσταση μεταβλήθηκε μετά τον B' Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε η απομάκρυνση των Βρετανών από τις αποικίες τους σε συνδυασμό με τις ριζικές τεχνολογικές αλλαγές της εμπορικής ναυτιλίας έφεραν τον μαρασμό στα πάλαι ποτέ πολύβουα Ντοκς του Τάμεση. Ωστόσο, παρά τη «φαινομενική οπισθοχώρηση», έπνεε πια ένας καινούργιος άνεμος, στο πλαίσιο κοινωνικών ανακατατάξεων σε διεθνές επίπεδο. H μεταπολεμική εποχή χαρακτηρίστηκε από πρωτοφανείς μεταβολές στη Βρετανία, με τη σταδιακή συρρίκνωση της εργατικής τάξης και τη συνακόλουθη αστικοποίηση μεγάλου μέρους της. Οπως περιγράφει η δημοσιογράφος του «Guardian» Πόλι Τόινμπι στο βιβλίο της Hard Work. Life in low-pay Britain (Bloomsbury, 2003): «Παντού γύρω μας τα παιδιά των εργατών μετείχαν σε διαδικασίες κοινωνικής ανόδου και παντού ξεφύτρωναν νέου είδους δουλειές στον τομέα των υπηρεσιών... Ενας κοινωνικός σεισμός ήταν σε εξέλιξη, που σήκωσε ένα τεράστιο κομμάτι της γενιάς μου πολύ πάνω από το εισόδημα, την εκπαίδευση και τις προσδοκίες των γονέων μας... Αυτή ήταν η έκρηξη της δεκαετίας του '60, που συνδυάστηκε με την πλήρη κυριαρχία της ιδεολογίας της ασταμάτητης κοινωνικής προόδου...».

H έντονη κοινωνική κινητικότητα συνδυάστηκε βεβαίως και με αντίστοιχη κινητικότητα όσον αφορά τους τόπους εργασίας και κατοικίας. Μέσα σε λίγες δεκαετίες ο κοινωνικός ιστός του Ιστ Εντ της δεκαετίας, π.χ., του '50 ανήκε για πάντα στο παρελθόν. Ο διαρκώς αποψιλούμενος πληθυσμός των παλαιών κατοίκων που εξακολουθεί να μένει στην περιοχή βρίσκεται από καιρό σε ένα περιβάλλον που σχεδόν σε τίποτε δεν θυμίζει τα «παλιά». Είναι χαρακτηριστικό ότι, όπως σημειώνει με έμφαση η Τζίλντα Ο' Νιλ, ούτε τα παιδιά των «παλαιών» κατοίκων δεν παραπέμπουν στους «παλιούς καιρούς». Το ενιαίο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας, για παράδειγμα, έχει οριστικά εξαφανίσει το παλαιό περιώνυμο γλωσσικό ιδίωμα «cockney» του λαϊκού Λονδίνου. H γλωσσική ομοιογενοποίηση, ανεξάρτητα από την ταξική καταγωγή των Αγγλων, κεντρική ιδέα του Μπέρναρ Σο στο περίφημο μιούζικαλ Ωραία μου κυρία, φαίνεται ότι έγινε πραγματικότητα.

Από την άλλη μεριά, έχει σημασία ότι το Ιστ Εντ διατηρεί ακόμη και σήμερα τον χαρακτήρα του ως «περιοχής της φτωχολογιάς». Τις τελευταίες δεκαετίες συρρέουν εκεί ξένοι οικονομικοί μετανάστες κατά κύματα και είναι χαρακτηριστικό ότι μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες γειτονιές ονομάζεται πλέον Μπάνγκλα Τάουν, από το Μπανγκλαντές, τη χώρα καταγωγής των σημερινών κατοίκων της. H νέα κοινότητα έχει τον δικό της τρόπο ζωής, ακόμη και τη δική της συμβολή στην κεντρική λογοτεχνική σκηνή της Βρετανίας. Για παράδειγμα, το βιβλίο της Μόνικα Αλι με τίτλο Brick Lane (Doubleday, 2003) έχει προκαλέσει αίσθηση και είναι για μήνες στις πρώτες θέσεις των «ευπωλήτων». Αναφέρεται στη ζωή της Ναζνίν, που γεννήθηκε στο Μπανγκλαντές το 1967 και έρχεται στο Ιστ Εντ να παντρευτεί ύστερα από «συνοικέσιο». Μέσα από την αλληλογραφία με την αδελφή της που παραμένει στο Μπανγκλαντές ξεπροβάλλουν οι διαφορές αλλά και τα κοινά σημεία της ζωής σε δύο διαφορετικά πολιτιστικά περιβάλλοντα.


Ο παλαιός τρόπος ζωής

Επιστρέφοντας στο Ιστ Εντ της Ο' Νιλ, η συγγραφέας του βιβλίου εξιστορεί όλες τις φάσεις της ζωής της περιοχής αλλά δεν κρύβει τις προτιμήσεις της: είναι τέτοια η συγκίνηση και η νοσταλγία της για τον «παλαιό τρόπο ζωής» που το κύριο μέρος του βιβλίου έχει σχέση με την αναπαράστασή του. H Τζίλντα Ο' Νιλ είναι εκ των πραγμάτων κατάλληλη για αυτή τη δουλειά. Το όνομά της ως συγγραφέας το απέκτησε γράφοντας μάλλον ελαφρές αισθηματικές ιστορίες που διαδραματίζονταν ακριβώς στο «παλαιό» Ιστ Εντ. Για το έργο της ωριμότητάς της, το βιβλίο το οποίο σχολιάζουμε, χρειάστηκε να βελτιώσει τον τρόπο της χρησιμοποιώντας ακόμη και τεχνικές από τη μεθοδολογία της προφορικής ιστορίας. Το αποτέλεσμα της δουλειάς της ως «ντοκουμέντου ενός τρόπου ζωής» αναγνωρίστηκε από τον σοβαρό εκδοτικό οίκο Penguin που ανέλαβε την έκδοση του βιβλίου. Πρόκειται για αυτό το είδος των βιβλίων που «βάζουν σάρκα στα οστά των οικονομολόγων και των κοινωνιολόγων» («Economist») και παράλληλα «μας κάνουν να βλέπουμε με φρέσκο μάτι την εικόνα των σύγχρονων πόλεων» («Observer»).

Το βιβλίο παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον έλληνα αναγνώστη για αρκετούς λόγους. Πρώτα απ' όλα, το Ιστ Εντ αγγίζει μια ευαίσθητη χορδή σε όποιον ανατρέχει με νοσταλγία στο παρελθόν και στις προσωπικές οικογενειακές ιστορίες του. Εκτός από την ψυχαγωγική διάσταση, αυτό έχει μια απρόσμενη σημασία για τον μελετητή της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας. Μοιάζουν τόσο πολύ οι περιγραφές των «χαμένων παραδείσων», όσον αφορά το πώς ήταν οι πόλεις μας και δεν είναι πια, ώστε να αναδεικνύεται με τον εναργέστερο τρόπο η κοινότητα των κοινωνικών εμπειριών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μεταπολεμική Ελλάδα είχε εντελώς άλλη οικονομική αφετηρία, ταξική διάρθρωση αλλά και πολιτιστικό προηγούμενο από τη Βρετανία. H ομοιότητα όμως στον τρόπο βίωσης σημαντικών εξελίξεων - τουλάχιστον για κάποιες περιοχές των δύο χωρών - παραπέμπει σε ένα έστω υπό όρους κοινό πλαίσιο αναφοράς. Πρόκειται για τις βαθιές τομές και τις ριζικές ασυνέχειες που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη εποχή σε σχέση πάντοτε με τη θέση που κατέχει κάθε χώρα στο μεταπολεμικό παγκόσμιο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα. H εστίαση στις ομοιότητες της ελληνικής με τις άλλες κοινωνίες που μας περιβάλλουν, αναδεικνύοντας τις πραγματικές διαφορές μας, βοηθάει τη συλλογική μας αυτογνωσία. H αναγωγή των πάντων σε μια αφηρημένη «ελληνική ιδιομορφία» διαιωνίζει τη σύγχυση και επομένως πρακτικά μας εμποδίζει να παρέμβουμε εποικοδομητικά στις εξελίξεις.

Gilda O’ Neill

My East End. Memories of Life in Cockney London

Εκδόσεις Penguin, 2002, σελ.332

Δημοσίευση : 05.10.2003