

Νάες, άναες*
του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου
Έτσι είναι ο θάνατος;
Πουλιά χωρίς φτερά χτυπούσαν τα τζάμια με μανία… Σκυλιά που γάβγιζαν χωρίς ήχο γρατζουνούσαν με τα νύχια τους τα σεντόνια … Στριφογύριζε στο κρεβάτι του τρομαγμένος. Πού φωλιάζουν αυτά τα ζώα που δεν κάθονται να τα ταΐσεις; Ή να φύγουν ή να φανερωθούν κανονικά!
Πέθαινε ή είχε τρελαθεί; Έπρεπε κάτι να κάνει. Να κουνηθεί. Να φύγει από ’κει. Αλλά που να πάει; Αυτό ήταν το δωμάτιό του… Μια ναυτία που δεν λέει να ξεσπάσει σε εμετό…
Κατρακύλησε στο πάτωμα κι ακουμπώντας τα χέρια του στον τοίχο σηκώθηκε αργά. Το μπάνιο ήταν δίπλα και είχε φως. Έσπρωξε την πόρτα, αλλά πριν προλάβει να μπει τινάχτηκε προς τα πίσω με φρίκη. Ποιος ήταν αυτός που έσταζε ολόκληρος από τον ιδρώτα και τον κοίταζε απελπισμένος μέσα από τον καθρέφτη;
Έσκυψε το κεφάλι για να μην βλέπει και προσπάθησε να καταβρέξει το πρόσωπό του. Τίποτα. Βρύσες βουλωμένες… Νερό που δεν ξεχύνεται… Άδειασε τελείως από δυνάμεις. Ρουφούσε τον φόβο από παντού, σαν να του έκαναν ενέσεις με δηλητήριο σε όλο του το κορμί…
Μπουσούλησε πίσω στο δωμάτιο και κουλουριάστηκε στο κρεβάτι. Είχα ανάγκη από μια μικρή ανακωχή. Ως το πρωί. Οι μέρες του δεν ήταν εύκολες, αλλά πάντως καλύτερες από τις νύχτες… Τυλίχτηκε με τα ιδρωμένα σκεπάσματα κι έκλεισε τα μάτια…
* «Καράβια που δεν είναι καράβια», Αισχύλου, Πέρσες
Τι είναι σε ένα όνομα;
Αριστείδης. Έτσι τον βάφτισαν στην εκκλησία (υπάρχει τέτοιος Άγιος στην Ορθοδοξία; Όσιος Πλάτων, ναι. Μπορεί και Σωκράτης. Αλλά Αριστείδης;). Ήταν το όνομα του παππού, του μπαμπά του μπαμπά του.
Κοιτιόταν και ξανακοιτιόταν στον καθρέφτη. Προσπαθούσε να καταλάβει. Ποιος ήταν τώρα; Κάτι άλλο από αυτό που ήταν παλιά;
Αριστείδης; Το όνομα παρέπεμπε στον Αριστείδη τον Δίκαιο της αρχαίας Αθήνας, αλλά αυτό δεν είχε σχέση με τον σαρανταπεντάρη ψηλό, αδύνατο άνδρα με τα μαύρα μάτια και τα μαύρα μαλλιά που είχαν αρχίσει να αραιώνουν αλλά όχι να ασπρίζουν.
Τι ήταν αυτό που ζούσε; Ποτέ του μη σώσει και μάθει. Το πληγωμένο θηρίο ψάχνει αλαφιασμένο να ξαναβρεί την ασφάλεια της φωλιάς του, λαχταράει να γυρίσει ο χρόνος πίσω, να γίνουν όλα όπως πριν. Στεκόταν τρομοκρατημένος μπροστά στον καθρέφτη, μήπως και τα σπασμένα κομμάτια κολλήσουν από μόνα τους μεταξύ τους.
Η προσφώνηση "Αριστείδης" δεν κράτησε και πάρα πολύ. Έτσι τον φώναζαν στο σπίτι μόνο μέχρι να πεθάνει ο παππούς (ενώ το παιδί μετακινήθηκε στο δωμάτιο του συνονόματου προγόνου του, που ήταν μεγαλύτερο, έπαψε να φέρει το όνομά του). Έγινε Άρης. Ήταν δισύλλαβο αντί για τετρασύλλαβο και ήταν ευκολότερο στην εκφορά του λόγου των συμμαθητών του. Ο ίδιος δυσκολεύτηκε λίγο να συνηθίσει την αλλαγή, αλλά τελικά ποιο παιδάκι θα ’θελε να ’χε ένα παλιομοδίτικο όνομα που εκείνη την εποχή ταίριαζε μόνο σε γεροντοκόρους μεσήλικες με κουστούμι και γιλέκο να σκεπάζει τη μεγάλη τους κοιλιά;
Διάλυση. Έτσι χαρακτήριζε ο ίδιος την κατάστασή του. Αν την αποκαλούσε αλλιώς θα έπρεπε να αναγνωρίσει την υπόσταση της καινούργιας φάσης, άρα και την ανάγκη να μετακινηθεί από τον τρόπο με τον οποίο είχε ζήσει μέχρι σήμερα. Αυτό δεν θα ήταν η καταστροφή του; Να μετακινηθεί να πάει πού; Υπάρχει άλλο αλλού παρά έξω από τον θόλο; Έξω από τη γυάλα προστασίας;
Από τότε που έφυγε από την Ελλάδα για να κάνει τα μεταπτυχιακά του στο Λονδίνο και μετά να εγκατασταθεί εκεί κανονικά, το όνομα Αριστείδης υπήρχε μόνο στο διαβατήριο. Η γυναίκα του τον φώναζε Άρη, τα παιδιά μπαμπά και κάποιοι φίλοι του του είχαν δώσει το χαϊδευτικό Αρούλης, ο μικρός Άρης. Στη δουλειά ήταν ο κύριος Στεφάνου ή Δόκτωρ Στεφάνου, ενώ ο συνεργάτης του από τη Νιγηρία Σαμ Αουντού τον προσφωνούσε "Κινγκ Άρις! ", "Βασιλιά Άρη! ", είτε για να τον κολακέψει είτε επειδή ήθελε να νομίζει πως ο κάθε Έλληνας του Λονδίνου στο τέλος θα γίνει εφοπλιστής.
Ένα ανατριχιαστικό αίσθημα τον είχε κυριεύσει από πάνω μέχρι κάτω, στο σώμα και στο μυαλό. Βίωνε με τραγικό τρόπο μια απώλεια. Είχε χάσει ξαφνικά τη δουλειά του και μαζί μ’ αυτή την θέση του στον κόσμο. Ήταν σαν να του είχαν κόψει το πόδι. Όχι ένα από τα δύο τα κανονικά, αλλά ένα τρίτο πόδι, αυτό που του είχαν φυτέψει με το φόβο αλλά και με την πειθώ στο πατρικό σπίτι. Το τρίτο πόδι μπορεί να μην τον άφηνε να περπατήσει, όμως τον είχε κρατήσει μέχρι τώρα όρθιο δίνοντάς του την ευστάθεια του τρίποδου. Η απώλεια ενός άχρηστου μέλους δεν θα έπρεπε φυσιολογικά να τον τρομάζει, με τη διαφορά ότι ήταν ακριβώς αυτό το μέλος που του έδινε την αίσθηση της ισορροπίας, της ταυτότητας, τη δυνατότητα να υπάρχει χωρίς να το σκέφτεται.
Κανένα από τα ονόματα που είχε πριν δεν ταίριαζε σ’ αυτό που έβλεπε στον καθρέφτη. Χωρίς δουλειά κανείς δεν θα τον αποκαλούσε με το επίθετό του. Τα γκαρσόνια ή οι ελεγκτές στα λεωφορεία δεν ενδιαφέρονται να μάθουν ποιος είσαι, εκτός κι’ αν δεν έχεις πληρώσει τον λογαριασμό. Η γυναίκα του απέφευγε ακόμα και να τον κοιτάξει, πολύ περισσότερο να του μιλήσει. Για την ώρα δεν ήταν παρά ένα πλάσμα χωρίς όνομα, ένα καινούργιο ον που είχε πια δύο πόδια αντί για τρία. Ήταν ένας Α.