

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου
Ο φημισμένος Γάλλος διανοητής Πωλ Βιριλιό (Paul Virilio) έλεγε το 2000 σε συνέντευξή του στον Τζον Αρμιτάζ (John Armitage) : “Το εκπληκτικό με τον πόλεμο στο Κοσσυφοπέδιο είναι για μένα ότι πρόκειται για πόλεμο που παρέκαμψε εντελώς το έδαφος ως πεδίο των μαχών. Η διεξαγωγή του πολέμου έγινε σχεδόν αποκλειστικά στον αέρα, ενώ ο αριθμός του στρατιωτικού προσωπικού των Συμμάχων επί του εδάφους ήταν πρακτικά αμελητέος”. Ήταν πολλοί τότε αυτοί που θεώρησαν ότι η καινούρια φύση των πολέμων συνδέεται με την απ-εδαφικοποίηση.
Και όμως, οι πόλεμοι που ακολούθησαν – στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ και στον Λίβανο – διέφεραν τόσο πολύ από αυτόν στο Κοσσυφοπέδιο, που έκαναν τον τελευταίο να φαντάζει στην μνήμη μας ως έκλαμψη εικονικής πραγματικότητας. Στην περίπτωση των πρόσφατων πολέμων το έδαφος ανακτά την παλαιά σημασία του, με τη διαφορά, σε σχέση με τους μεγάλους πολέμους άλλων εποχών, ότι ως κατ’ εξοχήν πεδίο μάχης έχει αναδειχθεί πλέον το χτισμένο περιβάλλον, με άλλα λόγια οι πόλεις και τα χωριά της υπό επίθεση επικράτειας.
Ειδικά στον “σύντομο πόλεμο” του Λιβάνου το καλοκαίρι του 2006 η μαζική καταστροφή των κτιρίων αναδείχθηκε σε κρίσιμο παράγοντα της αναμέτρησης, αποσκοπώντας στην κάμψη του ηθικού του αντιπάλου, στην καταστροφή της βάσης της αντίστασης, αλλά και σε εξαναγκασμό για μεγάλης κλίμακας μετακινήσεις πληθυσμών. Είναι χαρακτηριστικό πως οι τηλεοπτικές εικόνες που περιέγραφαν τη σύγκρουση δεν αφορούσαν κάποια “κλασικά” πεδία μαχών, αλλά κατεστραμμένα κτίρια χωριών ή και ολόκληρων περιοχών πόλεων.
Από την Καρχηδόνα στο Ναγκασάκι
Έτσι κι’ αλλοιώς, υπήρχε πάντοτε μια συνάφεια μεταξύ των πόλεων και των πολέμων. “Η κατεύθυνση της πολεοδομικής εξέλιξης μιας πόλης εξαρτάται και από το είδος του πολέμου στον οποίο έχει εμπλακεί ή που αναμένει”, παρατηρεί αλλού ο Πωλ Βιριλιό. Για τον Έλληνα αναγνώστη, η παρατήρηση αυτή νοηματοδοτεί πολλαπλά την εμπειρία από τον τρόπο ανάπτυξής της μεταμφυλιακής Αθήνας. Ο τρόπος που εξελίχθηκαν οι μεγάλες αμερικανικές πόλεις μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι επίσης συμβατός με αυτή την παρατήρηση. Ο διάχυτος πανικός του πληθυσμού εν όψει μιας πιθανολογούμενης πυρηνικής επίθεσης λειτούργησε, μαζί με τη διάδοση του αυτοκινήτου, υπέρ της μαζικής εγκατάλειψης των μέχρι τότε πυκνοκατοικημένων κέντρων των πόλεων και της διασποράς του στα νεοκατασκευασθέντα προάστια. “Σε εκείνη τη φάση, η κατασκευή των μεγάλων αυτοκινητοδρόμων θεωρήθηκε ως έργο απαραίτητο για την εθνική ασφάλεια”, επισημαίνει ο Νόαμ Τσόμσκι στο βιβλίο του “Δύο ώρες διαύγεια” (εκδ. “Λιβάνης”, 2007).
Βεβαίως, η πολεμική απειλή μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο πραγματική ή υποτιθέμενη, και να αφορά σε προβλήματα είτε από το εξωτερικό είτε από το εσωτερικό. Τα ιστορικά παραδείγματα της σχέσης μεταξύ του τρόπου ανάπτυξης των πόλεων και των επαπειλούμενων πολέμων είναι πολλά, από τις περίκλειστες με τείχη μεσαιωνικές πόλεις, μέχρι τα εξωραϊστικά πολεοδομικά μέτρα του Οσμάν (Hausman) στο μετεπαναστατικό Παρίσι, τα οποία αποσκοπούσαν με τη διάνοιξη μεγάλων λεωφόρων και στη διευκόλυνση της αντιμετώπισης των λαϊκών εξεγέρσεων από τον στρατό. Στο βιβλίο του “Η πόλη στην Ιστορία” (εκδ. Harcourt, Inc, 1989), ο Αμερικανός διανοητής Λιούϊς Μάμφορντ αναφέρεται στην κατά τον Θουκυδίδη πανωλεθρία των Θηβαίων όταν εισέβαλλαν στις Πλαταιές. Σε κρίσιμο παράγοντα της αναμέτρησης αναδείχθηκε η λαβυρινθώδης πολεοδομική διάταξη της πόλης, που έδινε συγκριτικό στρατιωτικό πλεονέκτημα στους αμυνόμενους. Ανάλογα ισχύουν και για την εσωτερική διάταξη των παλαιών οικισμών των ελληνικών νησιών του Αιγαίου ως άμυνα έναντι των πειρατικών επιδρομών της εποχής.
Η μαζική καταστροφή ολόκληρων οικισμών, σε συνδυασμό πολλές φορές με την φυσική εξόντωση των κατοίκων τους επίσης δεν είναι καινούριο φαινόμενο. Η πορεία της αρχαίας Ρώμης προς την Αυτοκρατορία είναι συνδεδεμένη με ολοκληρωτικές καταστροφές πόλεων όπως η Καρχηδόνα, η Κόρινθος, η Ιερουσαλήμ. Στον πιο κοντινό μας Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μία από τις προκαταρκτικές φάσεις του οποίου ήταν η πυρπόληση των κτιρίων των συναγωγών στις πόλεις της Γερμανίας, οι καταστροφές του Διστόμου, του Κομμένου, των Καλαβρύτων, της Κανδάνου και των ορεινών χωριών της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, ανήκουν σε ένα πολύ μακρύ κατάλογο που συμπεριλαμβάνει μεταξύ άλλων το Λονδίνο, το Κόβεντρυ, το Ρότερνταμ, τη Δρέσδη, το Αμβούργο, τη Βαρσοβία, τη Βουδαπέστη, το Στάλινγκραντ, τη Χιροσίμα, το Ναγκασάκι…
Πολεοκτονία
Η διαφορά της εποχής μας από τις παλαιότερες βρίσκεται κατ’ αρχήν στον πολλαπλασιασμό της έντασης της κατεστρεπτικότητας. Επί πλέον, σ’ αυτή τη φάση της ανθρωπότητας όπου η πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού, δηλαδή γύρω στους 3,5 δις ανθρώπους, ζει πλέον σε αστικές περιοχές, το “δικαίωμα στην πόλη” ποτέ δεν ήταν τόσο κρίσιμης σημασίας από πολιτική, κοινωνική και γεωπολιτική άποψη. Με αυτή την έννοια, ανάλογης βαρύτητας είναι και η όποια επίθεση κατά του “δικαιώματος στην πόλη”, πολύ περισσότερο όταν αυτή αποσκοπεί στο να οδηγήσει τους πληττόμενους σε μια οπισθοδρόμηση σε σχέση με τη φάση της μοντερνικότητας, όπως αυτή είναι συνυφασμένη με τη ζωή στην πόλη.
Σύγχρονοι πολεοδόμοι όπως οι Στήβεν Γκράχαμ και Ντέϊβιντ Κάμπελ του Τμήματος Γεωγραφίας του Πανεπιστήμιου του Ντάραμ της Βρετανίας, έχουν εισάγει τον όρο “πολεοκτονία” (urbicide) για να ορίσουν την “ηθελημένη θανάτωση” μιας πόλης, στα πλαίσια κυρίως των πολέμων στη Μέση Ανατολή. Ο όρος “πολεοκτονία” είχε πρωτοχρησιμοποιηθεί από τον Γιουγκοσλάβο αρχιτέκτονα Μπογκτάν Μπογκτάνοβιτς για την δια της καταστροφής των μνημείων ηθελημένη πολιτιστική εκμηδένιση βαλκανικών πόλεων στη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου της Γιουγκοσλαβίας. Με παρεμφερείς όρους, μεγάλοι διανοητές του καιρού μας, όπως η Τζέϊν Τζάκομπς (Jane Jacobs) (κυρίως στο βιβλίο της “Η ζωή και ο θάνατος των μεγάλων αμερικάνικων πόλεων” αλλά και στο τελευταίο της βιβλίο πριν τον θάνατό της το 2005, με τίτλο “Έρχεται Μεσαίωνας”), και όπως ο περίφημος Βρετανός αρχιτέκτονας Νόρμαν Φόστερ και ο κοινωνιολόγος Ρίτσαρντ Σέννετ, αναφέρονται στα συστηματικά φαινόμενα αποδυνάμωσης της λειτουργίας της πόλης σε καιρό ειρήνης, δηλαδή στη συρρίκνωση ή και η ακύρωση του δημόσιου χώρου με την εξάπλωση του ιδιωτικού, στην αυξανόμενη καταφυγή στη διαβίωση σε μονότροπους οικισμούς (οι οποίοι προορίζονται μόνο για εργασία ή μόνο για κατοικία ή μόνο για τους έχοντες ή τους μη έχοντες ή λειτουργούν στη βάση εθνοφυλετικών διαχωρισμών), κλπ.
Πολεοδομία της επιβολής
Επιστρέφοντας στο συσχετισμό κτιρίων και πολέμων, η σημασία των κτιρίων δεν συνδέεται μόνο με την καταστροφή τους στη διάρκεια μιας πολεμικής σύγκρουσης. Το “κτίζειν” μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο σε μια κατάσταση όπου “ο πόλεμος συνεχίζεται με άλλα μέσα”! Η περίπτωση του συνεχιζόμενου Ισραηλινού εποικισμού στη Δυτική όχθη του Ιορδάνη είναι μια τυπική τέτοια κατάσταση. Στα καθ’ ημάς, η περίπτωση της Ίμβρου – όπου η κατασκευή ολόκληρων νέων οικισμών από τις Τουρκικές αρχές συνετέλεσε στην ανατροπή του κυρίαρχου εθνοτικού χαρακτήρα του πληθυσμού του νησιού - είναι χαρακτηριστική. Έχει σημασία ότι η “πολεοδομία της επιβολής” προφανώς δεν υπάγεται στους κανόνες της ελεύθερης αγοράς, αλλά σε ένα συνολικό στρατηγικό σχεδιασμό και μάλιστα πολεμικού χαρακτήρα, αλλά με άλλα μέσα – δηλαδή χωρίς αναμέτρηση στρατών.
Όταν τα κτίρια εμπλέκονται σε τέτοιες διαδικασίες, κρίσιμης σημασίας από την άποψη της πολιτικής επιρροής είναι ασφαλώς η πηγή χρηματοδότησης της ανέγερσης των νέων “στρατηγικών” κατασκευών ή της ανακατασκευής των κατεστραμμένων. Η περίπτωση του Λιβάνου είναι αποκαλυπτική. Μετά τη λήξη του “σύντομου πολέμου” του καλοκαιριού του 2006, ελληνικές και ξένες εφημερίδες έγραφαν αναφορικά με τη χρηματοδότηση της ανακατασκευής των κατεστραμμένων οικισμών της χώρας : “Σε ρυθμιστικό παράγοντα της ανοικοδόμησης του Λιβάνου αναδεικνύεται η Χεζμπολάχ, με χρήματα του Ιράν”. Το αν τελικά τη χργματοδότηση της ανακατασκευής αναλαμβάνει η Χεζμπολάχ, η Ευρωπαϊκή Ένωση ή κανείς, είναι αυτονόητο ότι αυτό επηρεάζει την πορεία των εξελίξεων προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση σε έναν “πόλεμο με άλλα μέσα”.
Καταλήγοντας, επειδή ακριβώς ο πόλεμος συνιστά μία ακραία οριακή και άρα αποκαλυπτική κατάσταση, η μελέτη συγκεκριμένων παραμέτρων του – όπως αυτή της εμπλοκής των κτιρίων στις εχθροπραξίες, φαινόμενο κοινό για την εποχή μας – βοηθάει στην κατανόηση κρίσιμων χαρακτηριστικών λειτουργίας της παγκόσμιας ανθρώπινης κοινωνίας και σε καιρό ειρήνης, όπου τα πράγματα εμφανίζονται ως πιο πολύπλοκα, και για πεδία όπως η οικονομία, ο πολιτισμός, η πολεοδομία ή η αρχιτεκτονική. Με αυτή την έννοια, σε μια εποχή όπως η δική μας, αυτή της “ρευστής νεωτερικότητας”, όπου η απεξάρτηση από τη στενή σχέση με το έδαφος – και τη βαρύτητα που αυτή η σχέση εμπεριέχει – καθώς και η έμφαση στο υπερτοπικό έχουν ασφαλώς τη δική τους σημασία και αξία και όπου πολλά όντως κρίνονται πια στην επικράτεια του κυβερνοχώρου και του “άϋλου”, η σημασία του εδάφους μαζί με τις συγκεκριμένες κατασκευές που χτίζονται πάνω του, καθώς και η σημασία του τοπικού και του “υλικού” – σε αντιδιαστολή με το “άϋλο” – εξακολουθεί να είναι βαρύνουσα και συχνά αποφασιστική.
Δημοσίευση : 23.12.2007