

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου
Πολλές από τις εικόνες που μετέδιδαν τα διεθνή ΜΜΕ σε σχέση με τις ταραχές που συγκλόνισαν τις γαλλικές πόλεις τον Νοέμβριο του 2005 δεν αφορούσαν μόνο στις σκηνές των δρόμων με τα καμμένα αυτοκίνητα, αλλά και στα κτίρια που αποτελούν τον τόπο διαμονής των εξεγερμένων. Για πολλούς, οι εικόνες αυτών των τεράστιων συγκροτημάτων μαζικής διαβίωσης ήταν καινοφανείς. Λειτουργώντας αυτές οι εικόνες ως έναυσμα για προβληματισμό σε ζητήματα συσχετισμού των συνθηκών στέγασης και των ταραχών, μπορούν επί πλέον να μας προσφέρουν ένα αποδοτικό όχημα για μια διερεύνηση των πρακτικών διαστάσεων της κρίσης.
Τα οικιστικά συγκροτήματα της Γαλλίας που συνδέθηκαν με τις πρόσφατες ταραχές, δεν είναι παρά ένα πολύ μικρό τμήμα ενός τεράστιου έργου κρατικής έμπνευσης και πρωτοβουλίας στη δυτική και βόρεια Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ανέγερση αυτών των κτιρίων στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες χαιρετίστηκε ως μεγάλο κοινωνικό και αρχιτεκτονικό επίτευγμα καθώς προσφέρανε πρωτόγνωρες μέχρι τότε ανέσεις σε οικογένειες εργαζομένων με χαμηλά εισοδήματα. Πολλά από αυτά τα κτίρια είναι σήμερα “προβληματικές περιοχές” με έντονα συμπτώματα κοινωνικής κατάπτωσης και πολλά κρούσματα ναρκωτικών και εγκληματικότητας –οπότε η κατεδάφισή τους να λειτουργεί ως “ κάθαρση” για τις γειτονικές κοινότητες.
Οι αιτίες της υποβάθμισης είναι πολλές, με κύρια ματαξύ αυτών ότι από τη δεκαετία του 1980 και μετά σταμάτησε το κράτος να ενδιαφέρεται για τη συντήρησή τους. Είναι χαρακτηριστικό πως κάποια από αυτά τα κτίρια που ανακαινίστηκαν και διατέθηκαν στην αγορά αποτελούν πλέον τόπο κατοικίας για υψηλά εισοδήματα, όπως είναι το συγκρότημα Trellick Tower στο Notting Hill του Λονδίνου που μελέτησε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 ο Erno Goldfinger. Μια άλλη αιτία υποβάθμισης είναι η ριζική χειροτέρευση των γενικών συνθηκών για τα χαμηλά εισοδήματα: το συγκρότημα Rose-des-Vents στο Aulnay-sous-Bouis, που ήταν από τα επίκεντρα των ταραχών στη Γαλλία, είχε κατασκευαστεί ως πρότυπη “πόλη των 3.000 κατοίκων” από τη Citroen για τη στέγαση των οικογενειών των εργαζομένων της. Με σταθμούς την πετρελαϊκή κρίση (1973-74) και την κρίση της αυτοκινητοβιομηχανίας (1982-84) με τις συνακόλουθες μαζικές απολύσεις των εργατών, προκύπτει σταδιακά η σοβαρή πτώση της ποιότητας διαβίωσης στο Rose-des-Vents. Όσοι ελπίζανε σε μια καλύτερη προοπτική την αναζήτησαν σε άλλες περιοχές, ενώ τα διαμερίσματα τα κατέλαβαν φτωχά στρώματα που δεν μπορούσαν πια να ανταποκριθούν στη μεγάλη αύξηση των ενοικίων των κεντρικών περιοχών των Παρισίων που είχαν στο μεταξύ αναβαθμιστεί μετά από κρατικές παρεμβάσεις.
Από καθαρά αρχιτεκτονική άποψη, η εξέλιξη αυτών των οικοδομικών συγκροτημάτων προσφέρει μία αφορμή για ιδιαίτερες σκέψεις. Ενώ οι κατασκευές αυτές είχαν δοξαστεί την εποχή της ανέγερσής τους ως η αποθέωση του Μοντερνισμού και μάλιστα όχι απλώς μιας στυλιστικής εκδοχής του, αλλά του καθαρόαιμου κινήματος του Bahaus που προσέδιδε στις αρχές της Αρχιτεκτονικής ριζοσπαστικό κοινωνικό περιεχόμενο, η σημερινή τους κατάληξη καταδεικνύει τα όρια της “καθαρής” αρχιτεκτονικής θεωρίας : κανένα αρχιτεκτονικό στυλ ή τρόπος κατασκευής δεν μπορεί από μόνο του να “ανεβάσει το επίπεδο” μιας κοινωνικής ομάδας όταν οι γενικότεροι συσχετισμοί και προοπτικές είναι δυσμενείς γι’ αυτή την ομάδα. Είναι αυτοί οι συσχετισμοί που θα καθορίσουν τελικά το επίπεδο, αλλά και τον χαρακτήρα των κτιρίων.
Κατά τα άλλα, ενώ τα κτίρια αυτού του είδους στην εποχή της ακμής τους προβαλλόντουσαν ως “υπερωκεάνια της προόδου” και πρωταγωνιστούσαν ως το σκηνικό της μοντέρνας εποχής σε ταινίες της γαλλικής Nouvelle Vague, σήμερα πρωταγωνιστούν σε ταινίες σαν αυτές του βρετανού Κεν Λόουτς για να υποδηλώσουν όμως ένα καταθλιπτικό περιβάλλον διαβίωσης. Είναι μάλιστα ενδιαφέρον πως οι ένοικοι αυτών των παρηκμασμένων συγκροτημάτων στην ταινία “ο φίλος μου ο Μπεν” του Κεν Λόουτς είναι λευκοί, που υποδηλώνει πως η διαχωριστική γραμμή δεν ορίζεται τόσο με βάση το χρώμα όσο τη διάκριση μεταξύ “εχόντων” και “μη εχόντων”. Σε κάθε περίπτωση, τα ζητήματα συσχετισμού των συνθηκών στέγασης και των κοινωνικών κρίσεων είναι περίπλοκα και τίθενται με διαφορετικούς όρους σε κάθε χώρα και σε κάθε χρονική φάση. Με άλλο τρόπο τα αντιμετώπισαν οι Έλληνες μετανάστες στη Γερμανία, που είχαν κατά νου την επιστροφή τους στην πατρίδα και με άλλο οι Έλληνες στην Αυστραλία. Χαρακτηριστικό της περιπλοκότητας των προβλημάτων είναι το είδος των ταραχών που ξέσπασαν στο Birmingham της Αγγλίας τον Οκτώβριο του 2005 μεταξύ των κατοικούντων σε διαφορετικές συνοικίες Ασιατών (κυρίως Πακιστανών) από τη μια και από την άλλη των Αφρο-καραϊβικανών της πόλης. Οι δεύτεροι εγκαλούσαν τους πρώτους για ρατσισμό και ότι τους κρατάνε σε στασιμότητα μη προσλαμβάνοντας τους στις επιτυχημένες εμπορικές δουλειές τους.
Οι ταραχές στο Birmingham αναδεικνύουν ενδεχομένως και τα όρια μιας συγκεκριμένης αντίληψης για την πολυπολιτισμικότητα. Συγκεκριμένα, ο διαχωρισμός – ακόμα και με εδαφικούς και στεγαστικούς όρους στην ίδια πόλη – ολόκληρων ομάδων του πληθυσμού με βάση τη θρησκεία ή τη χώρα προέλευσης μπορεί στη χειρότερή του εκδοχή να παραπέμπει στον τρόπο συγκρότησης των “καθαρών” εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων της οθωμανικής αυτοκρατορίας ή, αλλοιώς, “όχι στην δημιουργική ουσία της πολυπολιτισμικότητας που είναι η ανάμιξη, αλλά στην καθήλωση σε επί μέρους, συνήθως παγωμένων στο χρόνο, μονο-πολιτισμούς”, όπως σχολιάζει σχετικά ο διανοητής Amartya Sen.
Περιχαράκωση ή κοινωνική κινητικότητα;
Το θέμα της στασιμότητας, σε αντιδιαστολή με την εξέλιξη, είναι ενδεχομένως και το “κλειδί” για τον ουσιαστικό σχολιασμό της οικιστικής διάστασης των πραγμάτων. Με άλλα λόγια, εάν οι κακές συνθήκες στέγασης αντιστοιχούσαν σε μια προσωρινή φάση στα πλαίσια μιας εξελικτικής διαδικασίας ενός ανοιχτού συστήματος, ενδεχομένως αυτό να μην συνιστούσε πρόβλημα τόσο εκρηκτικών διαστάσεων. Για παράδειγμα, η περιοχή East End του Λονδίνου η “κόλαση της φτώχιας” όπως την έχουν αποκαλέσει Άγγλοι συγγραφείς του 19ου αιώνα, υποδεχόταν ανά τους αιώνες τα κύματα των φτωχών και κατατρεγμένων : τους Ουγενότους της Γαλλίας που κατέφυγαν εκεί μετά τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου, τους Βρετανούς από τις επαρχίες που ερχόταν να δουλέψουν στις αποβάθρες του Τάμεση, τους Εβραίους της Ρωσίας μετά τους τσαρικούς διωγμούς του 19ου αιώνα, τους μετανάστες από τις φτωχές χώρες της Ασίας σήμερα. Η περιοχή διατηρούσε διαχρονικά τον χαρακτήρα της σκληρής και φθηνής εργασίας, καθώς και των υποβαθμισμένων συνθηκών διαβίωσης, αλλά η σύνθεση του πληθυσμού ήταν πρακτικά μεταβαλλόμενη αφού στις καλύτερες στιγμές –από οικονομική και πολιτική άποψη- του East End, οι “παλαιότεροι” κάτοικοι είχαν τη δυνατότητα να μετακομίσουν σε άλλες, οικιστικά αναβαθμισμένες περιοχές. Είναι χαρακτηριστικό αυτών των πληθυσμιακών μεταβολών πως στην κεντρική περιοχή του East End κατοικούν σήμερα μετανάστες από το Μπάνκγλα Ντες, οι οποίοι χρησιμοποιούν ως τζαμί τον ίδιο χώρο που προηγουμένως λειτουργούσε ως συναγωγή και ακόμα πιο πριν ως χριστιανική εκκλησία.
Η κατάσταση δεν είναι η ίδια στα σημερινά γκέττο των μαύρων στις αμερικανικές πόλεις, σαν αυτό του Σικάγου που απεικονίζεται σε ταινίες όπως το “Μπουλγουορθ” με τον Γουώρεν Μπήτυ και τη Χάλλυ Μπέρυ, ή στο “8 Mile” με τον μουσικό της ράπ Έμινεμ. Αυτές οι τραγικές αλλά και επίφοβες “απρόσιτες ακόμα και στην αστυνομία περιοχές” – τα “υπερ-γκέττο”, όπως τα ονομάζει ο διανοητής Zygmunt Bauman- δεν αντιμετωπίζονται με τη λογική της επανένταξης του πληθυσμού τους στις διαδικασίες του “επάνω κόσμου”, αλλά ως χώροι περιχαράκωσης, έτσι ώστε κατά το δυνατόν να μην συνιστούν απειλή κατά της υπόλοιπης κοινωνίας. Το αποτέλεσμα βεβαίως αυτής της πολιτικής είναι πως οι περιχαρακωμένες περιοχές λειτουργούν ως “γεννήτριες εντατικής βίας και ανομίας”, αλλά ακόμα και ως εστίες “εν δυνάμει εμφυλίου πολέμου”, σύμφωνα με σύγχρονους αμερικανούς διανοητές.
Είναι τέλος σαφές πως τα ζητήματα της περιχαράκωσης δεν αφορούν μόνο σε ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά και στην ουσία της ποιοτικής και δημιουργικής ζωής όλων των στρωμάτων της κοινωνίας. Η ταινία “Lemming” του Γάλλου δημιουργού , που προβλήθηκε πρόσφατα στην Ελλάδα, αναδεικνύει τα οξυμένα προβλήματα ποιότητας, ακόμα και ισορροπίας, του τρόπου ζωής στους “κοινωνικά αποστειρωμένους” οικιστικούς θύλακες ευμάρειας των σύγχρονων γαλλικών πόλεων.
Κοινωνική στασιμότητα λοιπόν και περιχαράκωση των επί μέρους ομάδων του πληθυσμού ή κοινωνική κινητικότητα και εξέλιξη της κοινωνίας συνολικά; Έτσι τίθενται σήμερα κάποια από τα βασικά ζητήματα όχι μόνο των συνθηκών στέγασης, αλλά των προοπτικών των σύγχρονων κοινωνιών γενικά.
Δημοσίευση : 09.07.2006