

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου
Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται χωμένη βαθιά στον πάτο ενός πηγαδιού. Τί κάνουμε για να βγούμε απ’ αυτό;
Ένας πολύπειρος πανεπιστημιακός δάσκαλος συμβούλευσε την Επιτροπή Ανάπτυξης που επιχειρεί στα πλαίσια του ΙΕΚΕΜ/ΤΕΕ να συμβάλλει με προτάσεις για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας: "Να ασχοληθούμε μόνο κατά το ένα έβδομο με το κλάμα (π.χ. πω, πω τί πάθαμε!), άλλο ένα έβδομο με την αποτίμηση του παρελθόντος και βεβαίως με την ανάδειξη των παλαιότερων κατορθωμάτων μας (ώστε να εμπνευστούμε και να φρονηματιστούμε) και τα υπόλοιπα πέντε έβδομα με τον συγκροτημένο οροματισμό του μέλλοντος".
Υπάρχουν σήμερα σε εξέλιξη σοβαρές διαδικασίες που να κινούν τη χώρα προς την κατεύθυνση που προαναφέραμε, προκειμένου "να βγούμε από το πηγάδι;" Το ερώτημα δεν αφορά μόνο την πολιτική πρωτοπορία – σε όλες τις εκφάνσεις της – αλλά και τους ίδιους τους θιγόμενους, τα μέλη της ελληνικής κοινωνίας. Στο πεδίο της πραγματικότητας το κλάμα περισσεύει, η καταφυγή στο παρελθόν το ίδιο, όχι τόσο με την έννοια της δημιουργικής αποτίμησης, όσο με την έννοια του στείρου ανακατέματός του, χυδαία εκδοχή του οποίου είναι η νεκροφιλική διανομή από τις εφημερίδες ρεμπέτικων ή παλιών αναγνωστικών του δημοτικού, ενώ η θεώρηση του μέλλοντος στριμώχνεται μαραζωμένη στη γωνία, μοιάζοντας περισσότερο με ένα απάνθισμα ευχών και εξορκισμών, παρά με συγκροτημένο όραμα που θα εμπνεύσει και θα κινητοποιήσει την μεγάλη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας.
Πώς θα αλλάξει αυτό; Για να μπορέσουμε να κινηθούμε αποφασιστικά προς το μέλλον είναι πρώτα απ’ όλα απαραίτητο να "επικαιροποιήσουμε" τις απόψεις μας και να τις αντιστοιχήσουμε στη νέα πραγματικότητα, αφήνοντας στην άκρη τον τρόπο σκέψης που αναπτύχθηκε στο κλίμα τόσο της ιδιόμορφης "κανονικότητας" της μεταπολίτευσης, όσο και της παλαιού τύπου "μη κανονικότητας" των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών. Για να γίνει αυτό πρέπει επί τέλους να αρχίσουμε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.
Για παράδειγμα, είναι προτεραιότητα η φορολόγηση –όχι μόνο των ανύπαρκτων πια κερδών, αλλά των όποιων αποθεμάτων έχουν απομείνει στον πληθυσμό – ή η παραγωγή; Και παρά τον λεκτικό εξωραϊσμό αυτών των χαρατσιών, που ψευδεπίγραφα αποκαλούνται “φορολογία” ότι π.χ. θα προκύψουν από την υιοθέτηση των μέσων δεικτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ότι έτσι θα απονεμηθεί "δικαιοσύνη" είναι δυνατόν να συζητάμε ακόμα ως προτεραιότητα μία πολιτική που μοιάζει ανατριχιαστικά με τη νομοθεσία Varlik Vergisi που επιβλήθηκε μεσούντος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από την τουρκική κυβέρνηση προκειμένου να αφανιστούν οι ελληνικές, αρμενικές και εβραϊκές κοινότητες στην Κωνσταντινούπολη; Κι’ έπειτα, ποιό είναι το νόημα της υιοθέτησης παραπλανητικών και τελικά αγοραίων επιχειρημάτων, ότι έτσι π.χ. θα συγκλίνουμε με την "Ευρώπη"; Είναι τυχαίο ότι η ιδιοκτησία ακινήτων είναι μία από τις "ιερές αγελάδες" της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανέγγιχτη από οποιοδήποτε κοινή πανευρωπαϊκή Νομοθεσία; Σε τί μοιάζει το νομικό και χρηματοπιστωτικό καθεστώς που διέπει την ιδιοκτησία ακινήτων στην Αγγλία με αυτό της Ελλάδας; Κι’ έπειτα, ο όποιος φόρος κατοχής ακινήτου σε ευρωπαϊκές χώρες είναι ανταποδοτικός, συνδέεται δηλαδή με τις υποχρεώσεις της πολιτείας προς τους πολίτες. Υπάρχει κάποιος που πιστεύει ή υπόσχεται ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί στην Ελλάδα;
Και μέχρι πότε θα συνεχίζεται αυτή η σύγχυση υπέρ μιας θολής και αόριστης "ευρωπαϊκής σύγκλισης" που μας κάνει να αισθανόμαστε ένοχοι για τα υψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης (ένα, κατά τα άλλα, τεράστιο αμυντικό πλεονέκτημα σ’ αυτή τη φάση έναντι της εξαχρείωσης της κοινωνίας) ή τη μεγάλη διασπορά της ιδιοκτησίας που, όπως μας λένε “εμποδίζει την είσοδο μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων”;
Παραγωγή ή “ανάπτυξη”;
Και τί γίνεται με την παραγωγή; Πρώτα απ’ όλα, ο όρος αυτός είναι πολιτικά πολύ πιο ουσιαστικός από την "ανάπτυξη" που μπορεί εύκολα να παραπλανήσει με κατασκευή ουρανοξυστών ή εργοστασίων υπέρ αλλότριων συμφερόντων και χωρίς προστιθέμενη αξία για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας. Μετά, στις σημερινές συνθήκες, με τη λαφυραγώγηση των κάθε είδους αποθεμάτων, αλλά και με τη διατήρηση και διεύρυνση ενός τεράστιου νομοθετικού πλέγματος που αποθαρρύνει την μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα, οι προοπτικές υπέρ της παραγωγής πνίγονται σχεδόν στη γέννησή τους. Με την απουσία προοπτικών πολλαπλασιάζονται οι νοσηρές ομφαλοσκοπήσεις που βασίζονται σε αγοραία κλισέ του παρελθόντος: "είναι άραγε η οικοδομική παραγωγική δραστηριότητα;" αναρωτιούνται κάποιοι, όπως παλιά διερευνούσαν το φύλο των αγγέλων ή σαν να ρωτάνε με σύγχρονους όρους: "είναι παραγωγική η αυτοκινητοβιομηχανία;"
Πέρα όμως από αυτά: ποιό είναι το συνολικό παραγωγικό μοντέλο της χώρας στη νέα εποχή; Μπορεί, για παράδειγμα η Αθήνα να ανασυγκροτηθεί ως μία μεσογειακή πρωτεύουσα υπηρεσιών; Η Θεσσαλονίκη παρομοίως, για τα Βαλκάνια; Μπορεί να αναπτυχθεί ένας είδος ολικού τουρισμού όλο το χρόνο με πολύτροπες δράσεις; Συμφέρει στην ελληνική κοινωνία, ή όχι, η αξιοποίηση των όποιων ενεργειακών αποθεμάτων; Μπορεί να το κάνει δηλαδή με τον τρόπο της Νορβηγίας ή της Βρετανίας ή σαν αφρικανική χώρα που απλώς ξεπουλάει τους πόρους της, με κίνδυνο μάλιστα να βλαφθεί για πάντα το απαράμιλλης ομορφιάς φυσικό περιβάλλον της χώρας; Θα συνεχιστεί η έμφαση στα αυτοκίνητα ή στη συγκοινωνία σταθερής τροχιάς; Πώς θα αντιμετωπιστεί η κατοικία, ως κοινωνική, παραγωγική και επενδυτική δραστηριότητα; Τα ερωτήματα είναι πολλά. Ζήτησε κανείς την εντατική απασχόληση π.χ. των γεωπόνων ώστε να προκύψει ένα συγκεκριμένο σχέδιο υπέρ της αναγέννησης της αγροτικής παραγωγής; Έχει εκπονηθεί κάποιο πρόγραμμα δημιουργικής συνεννόησής μας με τις δυνάμεις του απόδημου ελληνισμού προς την κατεύθυνση της εξόδου από την κρίση;
Και η δημόσια διοίκηση; Θα συνεχίσουμε να ασχολούμαστε και μάλιστα με εντελώς ατελέσφορο τρόπο αποκλειστικά και μόνο με το ζήτημα των απολύσεων; Δεν πρέπει να πάρουμε την πρωτοβουλία της συγκρότησης μιας υψιπετούς και αποδοτικής υπέρ των συμφερόντων του λαού δημόσιας διοίκησης, αφανίζοντας τις πολυάριθμες εστίες διαφθοράς και κακοδιοίκησης – στιβαρό υπόλειμμα του "παλαιού καθεστώτος"; Και μαζί μ’ αυτά, πώς θα διαχειριστούμε τον περιπλανώμενο θίασο προσώπων που αναπτύχθηκαν σε κομματικούς σωλήνες και που εναλλάσσονται και ανακυκλώνονται επί δεκαετίες στις θέσεις Προέδρων και Διευθυνόντων Συμβούλων δημόσιων οργανισμών, συχνά αποκομμένων από τη δουλειά των υπαλλήλων τους και με συμβόλαια και αμοιβές που δεν έχουν σχέση με τον τυφώνα των περικοπών και της "λιτότητας" που αφορά όλους τους άλλους;
Ο κατάλογος αυτών των ζητημάτων δεν έχει τελειωμό. Όλα τα παραπάνω δεν είναι παρά ενδεικτικές ψηφίδες μιας σύνθεσης που πρέπει να υπάρξει στη βάση μιας εμπνευσμένης συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης πραγματικότητας. Και, βεβαίως, αυτή είναι δουλειά συλλογική, σε αντιδιαστολή με την ιδεολογία του "ο καθένας για την πάρτη του" με την οποία έχουμε εμποτιστεί επί δεκαετίες. Μία ιδεολογία που κινεί, ακόμα και σήμερα, σε καιρό γενικευμένης απειλής, τη μία μερίδα του πληθυσμού να ταλαιπωρεί την άλλη, επικαλούμενη τα στενά συμφέροντά της, τα οποία έτσι κι’ αλλιώς τελικά δεν έχουν θέση στη νέα τάξη των πραγμάτων.
Πρέπει να κινηθούμε με τα βλέμματα στραμμένα στο μέλλον. Μόνον έτσι θα καταφέρουμε να διαχειριστούμε το "κλάμα" αλλά και το παρελθόν μας, μετατρέποντας το "πτώμα" σε "γεγονός αναστάσιμο". Και για να γίνει αυτό ας αρχίσουμε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.