Πόλεις του κόσμου – Η ποιητική σκοτεινιά της Λισαβόνας

Φωτεινή πτήση μέσα στη σκοτεινιά
16 Μαρτίου 2014
Υστέρηση Φάσης
1 Ιουνίου 2014

Εικόνα από τα φημισμένα κεραμικά πλακάκια (azulejo) στην εκκλησία Sao Vicente de Fora, στη Λισαβόνα.

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου

Gruas no cais descarregam mercadorias e eu amo te. Homens isolados caminham nas avenidas e eu amo te.

Γερανοί στις προκυμαίες ξεφορτώνουν εμπορεύματα κι’ εγώ σ’ αγαπώ. Ασυντρόφευτοι άνθρωποι περπατούν στις λεωφόρους κι’ εγώ σ’ αγαπώ.

Στα ποιήματα του σύγχρονου (γενν.1974) πορτογάλου ποιητή Ζουζέ Λουϊς Πεϊσότου (Jose Luis Peixoto) η ευαισθησία τυλίγει την ψυχή.

Ηλεκτρικές σιωπές σπιθοβολούν μέσα στις μηχανές

κι’ εγώ σ’ αγαπώ.

Καταστροφή ενάντια στο χάος, καταστροφή ενάντια στο χάος

κι’ εγώ σ’ αγαπώ.

Η Λισαβόνα είναι μια φτωχή πόλη. Ακόμα και ένας έλληνας της εποχής των μνημονίων ξεχωρίζει στο μετρό με το ντύσιμό του από τους πορτογάλους που δείχνουν να ψωνίζουν "από τα καλάθια" και κρατούν τα ρούχα τους μέχρι να λιώσουν. Τα εστιατόρια κλείνουν το ένα μετά το άλλο, το ίδιο και οι μικρές επιχειρήσεις, ακόμα και οι λαϊκές αγορές. "Η τρόικα μας κατέστρεψε!" σου λένε όλοι στις συναναστροφές, "αλλά τώρα επί τέλους φεύγει κι’ όλα θα αλλάξουν" προσθέτουν κάποιοι νεαράς ηλικίας που θέλουν να πιαστούν από μια ελπίδα.

Καθρεφτίσματα κορμιών παραμορφώνονται στις βιτρίνες

κι’ εγώ σ’ αγαπώ.

Γερνάνε χρόνια μες στη λησμονιά των αποθηκών

κι’ εγώ σ’ αγαπώ.

Η φτώχια μπορεί να έχει σήμερα μια πρωτοφανή ένταση, αλλά δεν δείχνει να είναι μόνο τωρινή. Οι λούστροι που πλημμυρίζουν τους δρόμους του κέντρου, φαίνεται πως κάνουν για χρόνια αυτή τη δουλειά. Ακόμα και τα σώματα των ανθρώπων βγάζουν ώρες – ώρες μια παραξενιά: σαν να ’χουν παραμορφωθεί μπαίνοντας σε ένα καλούπι υπό πίεση, σαν να έχουν προκύψει από άμυνα και καταναγκασμό.

Όλη η πόλη πορεύεται προς τη νύχτα

κι’ εγώ σ’ αγαπώ.

Η Λισαβόνα εκτός από φτωχή είναι και σκοτεινή. Όχι μόνο επειδή δεν έχει το φως της Μεσογείου, ο ουρανός της είναι γκρίζος και οι βροχές πυκνές. Ούτε επειδή οι μεγάλες λεωφόροι της μαζί με τα δρομάκια έχουν χαμηλό φωτισμό. Η σκοτεινιά της δεν είναι φόβια, ούτε καταθλιπτική, αλλά βγάζει ένα μυστήριο και μια γλυκύτητα, και τα δυο μαζί μια ποιητικότητα. Αλλά, τί είναι όλα αυτά; Είναι το ξεθωριασμένο μεγαλείο των επιβλητικών κτιρίων της εποχής της Αυτοκρατορίας; Είναι η γνησιότητα της φτώχιας που κάνει τον κάθε άνθρωπο να φαίνεται ξεχωριστός, κι’ όχι σαν τα ομοιόμορφα αντίγραφα των καταναλωτικών προτύπων; Είναι η αξιοπρέπεια με την οποία βιώνεται η κατάσταση όχι μόνο τώρα αλλά και στο παρελθόν σε μια βαθειά ταξική κοινωνία;

"Ποίημα είναι το πρόσωπό μου, που δε βλέπω, κι υπάρχει γιατί με κοιτάζεις… εγώ δεν ξέρω να γράφω τη λέξη ποίημα, εγώ, εγώ να γράφω ξέρω μόνο το νόημά του".

Γράφει αλλού ο Πεϊσότου.

Η Λισαβόνα λοιπόν, μαζί με φτωχή και σκοτεινή είναι και ποιητική, και τα φάντο τα τραγούδια, που είναι βαθιά συνδεδεμένα με την πορτογαλική ψυχή, μας δίνουν άλλο ένα κλειδί για να αισθανθούμε καλύτερα, αυτή την γοητευτική περιοχή. Σύμφωνα με τον Φερνάντο Πεσσόα, τον μέγιστο πορτογάλο ποιητή:

"Το φάντο είναι η ανάπαυση της δυνατής ψυχής, το περιφρονητικό βλέμμα της Πορτογαλίας σ’ αυτό το Θεό που πίστεψε και που εκείνος την εγκατέλειψε".

Η Λισαβόνα μπορεί να είναι μια πόλη φτωχή, αλλά δεν είναι γονατισμένη ούτε διαλυμένη. Αλλά, αν σύμφωνα με τον Πεσσόα: "Το φάντο η πορτογαλική ψυχή το συνέλαβε ακόμη πριν υπάρξει κι’ επιθυμούσε τα πάντα χωρίς να έχει τη δύναμη να τα επιθυμεί" και αν "κάθε ποίηση – και το τραγούδι δεν είναι τίποτα άλλο παρά μελοποιημένη ποίηση – αντανακλά αυτό που η ψυχή δεν κατέχει", η Λισσαβόνα μπορεί να είναι μια πόλη εγκλωβισμένη.

Τα ποιήματα του Ζουζέ Χουϊς Πεϊσότου είναι μεταφρασμένα από τον Νίκο Πρατσίνο και το Εργαστήριο συλλογικής μετάφρασης (Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2013).

Τα αποσπάσματα του Φερνάντο Πεσσόα είναι από το βιβλίο "Ο δρόμος του φιδιού", με επιμέλεια τον Γιάννη Σουλιώτη (Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2012).