

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου
Με αφορμή την παράσταση του "Φάουστ" του Γκαίτε
από τον Μιχαήλ Μαρμαρινό
"Αχ! σπούδασα φιλοσοφία
και νομική και γιατρική
κι αλί μου και θεολογία
με κόπο και μ’ επιμονή.
Και να με δω με τόσα φώτα,
εγώ ο μωρός, όσο και πρώτα!"
(Μετάφραση: Κ.Χατζοπούλου)
Η σκηνή του ξεσπάσματος του Φάουστ, καθισμένου στο γραφείο του, μια νύχτα σε μια στενή γοτθική κάμαρα με ψηλούς θόλους, έρχεται σαν χείμαρρος στο μυαλό μου κάθε φορά που περνάω ένα στρίμωγμα, σε φάσεις που το πλαίσιο λειτουργίας μου αδυνατεί να προσφέρει διέξοδο σε ζωτικές ανάγκες μου.
"Στη φυλακή είμαι ακόμα; Αλί!
τρύπα μουχνή, καταραμένη,
που από βαμένα τζάμια μπαίνει
κ’ η λάμψη του ουρανού θολή!
Φραγμένη από βιβλία σωρό
σκουληκιασμένα, σκονισμένα
και με χαρτί καπνιδερό
ψηλά ως το θόλο τυλιγμένα˙
γυαλιά γεμάτη και κουτιά,
όλη εργαλεία στοιβαχτή
και πράγματα προγονικά…"
"…Αντίς η φύση η ζωντανή
που μέσα σ’ έπλασε ο θεός,
με τριγυρίζει εδώ καπνός,
μούχλα και σάπιοι σκελετοί…"
Η περιγραφή του αδιέξοδου είναι ασφυκτική, μα και τόσο αληθινή.
*
Αισθανόμουν πάντοτε μια εκλεκτική συγγένεια με τον Γερμανό συγγραφέα Γιόχαν Βόλφγκανγκ Φον Γκαίτε (Φρανκφούρτη του Μάϊν 1749 – Βαϊμάρη 1832). Δεν ήταν μόνο η αναγεννησιακή πολυμέρειά του (κριτικός, δημοσιογράφος, ζωγράφος, διευθυντής θεάτρου, πολιτικός, παιδαγωγός, φυσικός) που με γοήτευε. Σε συνδυασμό με την πολυεδρικότητα του έργου και της προσωπικότητάς του, ήταν ότι μου έδινε το υπόδειγμα μίας αριστοκρατικής φύσης που συχνά έπρεπε να αντιπαλέψει με τους περιορισμούς που της έθετε το πλαίσιο στο οποίο ήταν αναγκασμένη να λειτουργήσει. Πότε με τραγικά αποτελέσματα, όπως στον "Βέρθερο" – ένα βιβλίο για τον παράφορο αλλά ανεκπλήρωτο έρωτα – και τον "Φάουστ" όπου ο πρωταγωνιστής παραχωρεί την ψυχή του στον διάβολο για να αποκτήσει δύναμη και σαρκικές απολαύσεις, και πότε με ψυχική ανάταση όπως στο ημερολόγιό του από το "Ταξίδι στην Ιταλία", όταν σε μια νύχτα παράτησε την Αυλή του Δούκα της Βαϊμάρης για να απαλλάξει τον εαυτό του από ανυπόφορους πια περιορισμούς και να αναζητήσει τη μέθεξη και τον βαθύτερο εαυτό του κοντά στον αρχαίο πολιτισμό και τους ανθρώπους της Ιταλίας.
Όχι πως το διάβασμα των έργων του Γκαίτε ήταν εύκολο ή ακριβώς ελκυστικό. Η γραφή του είναι βαριά, "γερμανική" – χωρίς την ελαφράδα και τη φινέτσα των Γάλλων ή τη "συγκεκριμένη προσέγγιση της συγκεκριμένης πραγματικότητας" των Άγγλων. Η δύναμη των έργων του βρίσκεται περισσότερο στις βαθύτερες ιδέες που εκπέμπουν, παρά στην λογοτεχνικότητά τους. Για αυτούς και για άλλους λόγους, είχα αφήσει το διάβασμα του "Φάουστ" στη μέση, παρά τη σταθερή αίσθησή μου ότι εκεί βρίσκεται κάτι βαθύ και σκοτεινό, ελκυστικό και φοβερό. Με αυτή την έννοια, το θεατρικό ανέβασμα του "Φάουστ" από τον Μιχαήλ Μαρμαρινό στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών στις αρχές του 2014 μου πρόσφερε την πολύτιμη εμπειρία της ολοκλήρωσης.
Ο "Φάουστ του Μαρμαρινού"
Η παράσταση του Μαρμαρινού ήταν διεθνούς κλάσης, μακριά από χωριατιές όπου οι ηθοποιοί παίζουν τον εαυτό τους απαγγέλλοντας απλώς ένα κείμενο που τους είναι ξένο. Η επιλογή του σκηνοθέτη να υποδύονται τον ίδιο ρόλο περισσότεροι από ένας ηθοποιοί μπορεί να σου έδινε κάποιες φορές την αίσθηση ότι "έλειπε το αίμα από τις φλέβες των ρόλων", από την άλλη μεριά άφηναν χώρο για τον θεατή να συμμετάσχει, να ενεργοποιηθεί.
Κατά τη γνώμη μου, αυτή ήταν και η κρισιμότερη διάσταση της παράστασης: ο θεατής αφηνόταν μόνος του με το έργο, το οποίο – όπως όλα τα μεγάλα κλασικά έργα – λειτουργούσε ως όχημα για βαθιά, δημιουργική ενδοσκόπηση. Η εμπνευσμένη χρήση των τεχνικών μέσων (βάθος σκηνής, προβολή φωτογραφιών και βίντεο, χρήση μικροφώνων, κλπ) βοηθούσε ακόμα περισσότερο προς αυτή την κατεύθυνση.
Οπότε; Όπως κάθε κλασικό έργο, ο "Φάουστ" είναι ανοιχτό σε πολλές ερμηνείες – ανάλογα με την αισθαντικότητα του θεατή και τη σχέση της παράστασης με τη γενικότερη συγκυρία. Η πρώτη ερμηνεία που ήλθε στο μυαλό μου: η διακαής επιθυμία του Φάουστ, "να σπάσει το πλαίσιο" με κάθε τρόπο – στην περίπτωσή του με τη μαγεία – είναι συγγενής με το ζοφερό κλίμα του "Δρ Τζέκυλ και κύριος Χάϊντ", μόνο που στο έργο του Στήβενσον το εργαλείο γι’ αυτό το σκοπό είναι η επιστήμη αντί για τη μαγεία. Ο συσχετισμός με τη σημερινή φάση της ιστορίας του πλανήτη μας, όπου η επιστήμη και οι εφαρμογές της μπορούν στα χέρια της εξουσίας να γίνουν το απόλυτο όπλο σε βάρος της ανθρωπότητας είναι συγκλονιστικός. Στο τέλος της παράστασης του Μαρμαρινού η εικόνα της κρεμασμένης ανάποδα γυμνής Μαργαρίτας – του ανυποψίαστου κοριτσιού που έγινε ο στόχος και το θύμα του διαβολικού συμφώνου του Φάουστ με τον Μεφιστοφέλη – εντυπώνεται ανεξίτηλα στον θεατή, δείχνοντας ανατριχιαστικά ποιά μπορεί να είναι τα αποτελέσματα της ύβρης: το αντικείμενο της επιθυμίας εξολοθρεύεται!
Με αυτή την έννοια, το έργο χαρακτηρίζεται από μία γερμανική σκοτεινιά και να μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο Γκαίτε το είχε χαρακτηρίσει "μία τραγωδία για τους Γερμανούς": δεν υπάρχει ούτε μία υποψία αντίστασης στα σκοτεινά σχέδια, ο ίδιος ο Φάουστ "μετανοεί" κατόπιν εορτής και βεβαίως η κοινωνία – σε αντίθεση με τις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες – δεν υπάρχει, παρά μονάχα ένας άνθρωπος μοναχός του με τα πάθη του που δεν μπορεί να τα αντιμετωπίσει παρά μόνο καταστρέφοντας. Αλλά το θέμα δεν αφορά προφανώς μόνον ένα έθνος. Πρόκειται λοιπόν για την τραγωδία του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου στα χειρότερά του, αυτή που αναδεικνύει ο Γκαίτε με το έργο του και ο Μαρμαρινός με την παράσταση;
Η υψιπέτεια του Γκαίτε
Κι όμως, ο ίδιος ο Γκαίτε δεν είναι μέσα στη σκοτεινιά. Αυτό που κάνει με τον "Φάουστ" είναι να την αναδείξει, να τη φανερώσει, ώστε να την αντιμετωπίσουμε πιο αποφασιστικά. Όπως στον "Βέρθερο", όπου – κατά δήλωσή του - "σκότωσε" τον πρωταγωνιστή του για να γλυτώσει ο ίδιος.
Η βαθειά φύση του Γκαίτε είναι ανθρωπιστική. Αναζητάει τις καθολικές, τις παγκόσμιες ιδέες, τα μεγάλα πρότυπα, τους πανανθρώπινους ήρωες. Όπως λέει στους διαλόγους του με τον Έκερμαν: "Τη μοίρα της ανθρωπότητας, όποια κι’ αν είναι, θέλω να τη χαρώ βαθειά μέσα μου, να αδράξω με το νου μου τις χαρές και τις λύπες της ανθρωπότητας, να πλατύνω το Είναι μου, ώστε να γίνει ένα μ’ αυτήν και τελικά, ας ναυαγήσω κι εγώ μαζί της".
Φωτεινή πτήση μέσα στη σκοτεινιά των Μνημονίων.
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Η παράσταση του "Φάουστ" δεν είναι ασφαλώς η μόνη που κρατάει "τη φλόγα άσβηστη" στην καθημαγμένη σημερινή Ελλάδα. Σχεδόν αμέτρητες μικρές ή μεγαλύτερες φωτιές κρατάνε ζωντανή την επιθυμία για μία μεστή και δημιουργική ζωή: θεατρικές παραστάσεις, διαλέξεις, μουσικές εκδηλώσεις, προβολές ταινιών, εργαστήρια χορού ή υποκριτικής… Ειδική μνεία στο υπό διωγμό – με δραστικές περικοπές, διαθεσιμότητες, ακόμα και απολύσεις – 1ο ΕΠΑΛ Σαλαμίνας, όπου η θεατρική ομάδα "Κόκκινο στο Γκρίζο" υπό την καθοδήγηση των καθηγητριών Γιώτας Τσιριγώτη και Βάσως Αυλωνίτου παρουσίασε τον Ιούνιο του 2013 την πολύ συγκινητική παράσταση "Κοκτέιλ από Τσέχωφ".