Πόλεις με γκρίζο φως

Πώς θα είναι οι πόλεις μας σε δεκαπέντε χρόνια;
27 Απριλίου 2014
Ασύμμετρη απειλή κατά της κατοικίας
3 Νοεμβρίου 2014

Φωτογραφία από την ταινία “Το μικρό ψάρι” του Γιάννη Οικονομίδη

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου

Σε ένα από τα βιβλία του Φίλιπ Ντικ, του μεγαλοφυούς αμερικανού διανοητή που κατάφερε με όχημα την επιστημονική φαντασία να διεισδύσει στη βαθιά ουσία της λειτουργίας της μεταπολεμικής αμερικανικής κοινωνίας, χτυπημένοι οι άνθρωποι από την φτώχεια και την ανέχεια στριμώχνονται να βρούνε θέση σε διαστημικά οχήματα προκειμένου να συνεχίσουν τη ζωή τους σε άλλους πλανήτες, έστω και αν οι συνθήκες ζωής εκεί είναι εντελώς απροσδιόριστες. Αυτό που δεν γνωρίζουν οι ατυχείς επιβάτες είναι ότι άθελά τους μετέχουν σε ένα πρόγραμμα συστηματικής εξόντωσης μεγάλου μέρους του πληθυσμού της Γης, καθώς υπολογισμοί με βάση μόνο οικονομικά κριτήρια κατέληξαν ότι αυτό είναι απαραίτητο. Τελικά, οι πύραυλοι στέλνονται στο σκοτεινό διάστημα για να εκραγούν, όχι για να προσγειωθούν κάπου με ασφάλεια.

Ευτυχώς για μας, τα έργα επιστημονικής φαντασίας δεν είναι προφητικά με τη στενή έννοια, ούτε κυριολεκτικά, οπότε μπορούμε να ησυχάσουμε: δεν πρόκειται να δούμε τέτοια πράγματα στις μέρες μας. Παρ’ όλα αυτά, κάποια από τα στοιχεία της σημερινής πραγματικότητας έχουν κάποιες φρικιαστικές ομοιότητες με το έργο του Φίλιπ Ντικ. Συγκεκριμένα, από τότε που η Ελλάδα "μπήκε στο Μνημόνιο", μοιάζει με όχημα τρίτης κατηγορίας στο οποίο οι κάτοικοί της έχουν φορτωθεί ως ένα μπουλούκι φοβικών και ενοχικών ανθρώπων. Το όχημα κινείται από στάση σε στάση με βάση το δρομολόγιο που καθορίζουν κέντρα έξω απ’ αυτό, αλλά η κρίσιμη λεπτομέρεια είναι ότι είναι άγνωστος ο προορισμός. Με τί θα μοιάζει δηλαδή το μέρος που τελικά θα σταματήσει το όχημα και θα μας αποβιβάσουν; Η αλήθεια είναι ότι δεν χρειάζονται ειδικές ικανότητες για να προβλέψουμε το μέλλον που μας επιφυλάσσουν. Αρκεί να στρέψουμε την προσοχή μας σε ένα υπαρκτό οικοσύστημα που, εκεί που δεν θα το περίμενε κανείς, παρουσιάζει περίεργες ομοιότητες με τα δικά μας.

Το οικοσύστημα των ανοιχτών φυλακών

Το σύστημα των "ανοιχτών φυλακών" είναι ένα σωφρονιστικό σύστημα αναγκαστικής διαβίωσης που έχει εφαρμογή κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και σε χώρες όπως το Μεξικό. Διαφέρουν από τις "κανονικές" φυλακές κυρίως κατά το ότι οι κρατούμενοι έχουν σχετικά μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων (μπορούν ενδεχομένως να φέρουν μαζί τους και τις όποιες οικογένειές τους), κινούμενοι σε έναν χώρο που προσομοιάζει μια μικρή κωμόπολη. Το σύστημα αυτό έχει θέλξει επανειλημμένα το Χόλλυγουντ, οπότε αρκετές ταινίες χρησιμοποιούν αυτό το βιο-υπόβαθρο για να αναπτύξουν την "ιστορία" του έργου. Κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά του πλαισίου και του τρόπου με τον οποίο μπορεί να βιωθεί η παραμονή σε ένα τέτοιο σύστημα είναι:

  • Η βασική παραδοχή είναι ότι οι έγκλειστοι είναι ένοχοι. Η ενοχή αυτή – που κατ’ αρχήν αναφέρεται σε παρελθούσες πράξεις – πρακτικά ανανεώνεται κάθε τόσο με νέες πράξεις που τελούνται στο δυσκολοβίωτο περιβάλλον της φυλακής.
  • Η διοίκηση των φυλακών δίνει λόγο σε ένα μακρινό κέντρο, στο οποίο οι "έγκλειστοι" πρακτικά δεν έχουν πρόσβαση.
  • Η αυθαιρεσία στο σύστημα διεύθυνσης είναι εκ των πραγμάτων μεγάλη ώστε κάποτε να φτάσει ακόμα και σε εξόφθαλμη παραβατικότητα σε σχέση με τον γενικά ισχύοντα "νομικό πολιτισμό" (υπερβάλλουσα τιμωρητικότητα, εισβολές στα καταλύματα, παρακολουθήσεις και καθεστώς διακρίσεων μεταξύ των "εγκλείστων").
  • Τα παραπάνω συνδυάζονται με ανεκτικότητα σε διάφορες μορφές παραβατικότητας των "από κάτω", που μπορούν να ξεκινάνε από την πώληση λαθραίων τσιγάρων ή ναρκωτικών, μέχρι ακόμα να κάνουν τα στραβά μάτια στη δράση συμμοριών που πουλάνε "προστασία" στους εγκλείστους σε σχέση με τη δράση "αντίπαλων" συμμοριών, με αντάλλαγμα την πορνεία, κλπ. Σε κάποιες περιπτώσεις, οι συμμορίες αυτές χρησιμοποιούνται και ως το "μακρύ χέρι" του συστήματος.
  • Δεν υπάρχει ιδιωτικότητα. Οι αρχές ή οι συμμορίες εισβάλλουν κατά βούληση στο έτσι κι’ αλλιώς "διαφανή" ιδιωτικό χώρο των εγκλείστων.
  • Παρά τον χαρακτηρισμό των φυλακών ως "ανοιχτών", επί της ουσίας ή δυνατότητα για μετακίνηση (εντός των ορίων της χώρας) και πολύ περισσότερο για περιπλάνηση είναι άκρως περιορισμένη. Οι κατ’ επίφασιν "δημόσιος χώρος" – δηλαδή αυτός εκτός των καταλυμάτων – είναι κατά βάση ένα εξαιρετικά κινδυνώδες πεδίο για κυκλοφορία.
  • Το χαμηλό επίπεδο της υγιεινής διαβιώνοντας σε ένα τέτοιο περιβάλλον είναι αυτονόητο, πόσο μάλλον η μέριμνα για περίθαλψη των οποίων πασχόντων. Η επιδημιολογία των ανοιχτών φυλακών, όπως και των παραγκουπόλεων, δεν έχει ακόμα γραφεί.
  • Το γνωστικό επίπεδο των εγκλείστων είναι σαφώς καθηλωμένο. Χωρίς να υπάρχουν κανάλια ανέλιξής του – εκτός από την εκμάθηση κάποιων πρακτικών, συνήθως χειρονακτικών δεξιοτήτων, χρήσιμων για την φθηνή κάλυψη κάποιων αναγκών της διοίκησης της φυλακής.
  • Οι "κυρίες της φιλανθρωπίας" (με οποιαδήποτε μορφή μπορεί να πάρει ένα τέτοιο σχήμα στον σύγχρονο κόσμο) συνιστούν μια από τις ελπίδες έκτακτης ανακούφισης των εγκλείστων, όταν επισκέπτονται τον χώρο με τροφές, γλυκίσματα ή μικρά δωράκια.
  • Τελικά, δεν υπάρχει στον ορίζοντα οποιαδήποτε εναλλακτική διέξοδος (επομένως, οι έγκλειστοι έχουν μηδενική δυνατότητα παρέμβασης στις εξελίξεις) ενώ υπάρχει η απουσία της διάστασης του μέλλοντος σε μια κατά τα άλλα αποτελματωμένη ζωή.

Tira a campare

Οι ομοιότητες μεταξύ του καθεστώτος των ανοιχτών φυλακών και αυτού που ήδη εγκαθίσταται στην κοινωνία μας, αλλά και σταδιακά παντού στην Ευρώπη, είναι ανατριχιαστικές. Η ταινία “Το μικρό ψάρι” του Γιάννη Οικονομίδη που μετά την προβολή της στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου έκανε αίσθηση στην Ελλάδα κολυμπάει ακριβώς σ’ αυτά τα μολυσμένα νερά της “τάσης για λατινοαμερικανοποίηση”, όπως σημειώνει ο σκηνοθέτης. Αλλά τέτοιες τάσεις “δεν πέφτουν από τον ουρανό”, σχετίζονται πάντα με τη λειτουργία του κυρίαρχου πολιτικού πλαισίου. Όπως γράφει ο Μαουρίτσιο Λατσαράτο στο βιβλίο του “Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου” (Αλεξάνδρεια 2014), το “χρέος” είναι στην καρδιά του νεοφιλελεύθερου εγχειρήματος, καθώς στην ουσία του συνιστά μία τεχνική διακυβέρνησης και ελέγχου των ατομικών και συλλογικών υποκειμένων. Αλλά, όπως γράφει ο Ζαν Μπωντριγιάρ : “Με την πίστωση επιστρέφουμε σε μία κατάσταση καθαρά φεουδαρχική, όπου ένα κομμάτι εργασίας οφείλεται εκ των προτέρων στον άρχοντα – επιστρέφουμε στην υποδουλωμένη εργασία”. Ή όπως γράφεται σε ένα νεανικό κείμενο του Μαρξ με τίτλο “Πίστωση και τράπεζα” και που έρχεται να συναντήσει τον Σάϋλωκ του “Εμπόρου της Βενετίας” του Σαίξπηρ : “Η πίστωση λαξεύει τη νομισματική αξία όχι στο χρήμα, αλλά στην ανθρώπινη σάρκα, στην ανθρώπινη καρδιά”. Στην ταινία “Το μικρό ψάρι” όλοι χρωστάνε κι’ αυτό τους κινεί : η νέα γυναίκα δεν εκπορνεύεται μόνον η ίδια αλλά πουλάει και το κοριτσάκι της στον δανειστή, ο πρωταγωνιστής εκτελεί συμβόλαια θανάτου για να ξεπληρώσει τις υποχρεώσεις του στον νονό της νύχτας που τον “διέσωσε”. Προκειμένου να “τιμήσουν τις υποχρεώσεις” τους, όλοι καλούνται να γίνουν “διαχειριστές” της ζωής τους και του “ανθρώπινου κεφαλαίου” τους με τον λιγδερό τρόπο του “tira a campare” που στον βαθύ ιταλικό Νότο των κάθε είδους μαφιών που στις μέρες μας πολλαπλασιάζονται, σημαίνει “κοίτα να τη βγάλεις καθαρή με όποιον τρόπο καταλαβαίνεις”.

Ανάγκη να φωτίσουμε τις ζωές μας

Η αποδοχή όμως από τη μεριά μας ότι έτσι θα κλείσουμε τον κύκλο της ζωής μας θα ήταν σχεδόν αυτοκτονική. Πολύ απλά, πρόκειται για μια ζωή που δεν αξίζει να ζεις. Πρέπει λοιπόν να αντισταθούμε και μάλιστα με τον αποδοτικότερο δυνατό τρόπο. Πώς; Πρώτα απ’ όλα, να σταματήσουμε να εθελοτυφλούμε, να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους και να χαράξουμε εδώ και τώρα μία κόκκινη γραμμή πίσω από την οποία αποκλείεται να οπισθοχωρήσουμε. Μαζί μ’ αυτό είναι κατεπείγον να συγκροτήσουμε μια στρατηγική αναφορικά με τον τρόπο που μας ενδιαφέρει να επέμβουμε γενικότερα στις εξελίξεις. Κρίσιμη σημασία όμως έχει να αποκτήσουμε μία εδραία συνείδηση συλλογικότητας στη θέση του “ο καθένας για τον εαυτό του”, της ευγενικής δηλαδή εκδοχής του “tira a campare” που επικράτησε στα χρόνια της όποιας “κανονικότητας” της Μεταπολίτευσης. Με αυτή την έννοια και μεταξύ άλλων πρέπει να ξαναδούμε πρακτικές που μπορεί ενδεχομένως να ήταν αποδοτικές υπέρ της βελτίωσης των συνθηκών στον κόσμο του "χθες", αλλά όχι σήμερα. Για παράδειγμα, αν θέλουμε να προασπίσουμε την δημόσια εκπαίδευση, είναι αποδοτικότερο να κλείνουμε τα σχολεία και τα πανεπιστήμια ή, αντίθετα, να βρίσκουμε τρόπους ώστε να τα κρατάμε με κάθε θυσία ανοιχτά; Ή, θα μπορούσαμε να φανταστούμε μια κινητοποίηση στα μέσα μαζικής μεταφοράς, η οποία αντί να προσθέτει άλλη μια ταλαιπωρία στον ήδη εξουθενωμένο πληθυσμό, αντίθετα να προσφέρει την δωρεάν μεταφορά των πολιτών εκείνες τις μέρες; Γενικότερα, το διεκδικητικό κίνημα οφείλει να βγει από τη λογική της περιχαράκωσης στα επί μέρους συμφέροντα κάθε κλάδου (μία τακτική που έτσι κι’ αλλιώς έχει μόνο αποτυχίες σ’ αυτή τη φάση) και να δώσει έμφαση στον συντονισμό των κινήσεων της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας υπέρ των συμφερόντων του συνόλου. Μόνον έτσι μπορεί να προκύψει μια νικηφόρα προοπτική.

Η παρτίδα δεν είναι χαμένη

Τελικά είναι απαραίτητο να αποκτήσουμε – μαζί με τους πάρα πολλούς που έχουμε κοινά συμφέροντα σε όλο τον κόσμο - μια πλανητική θεώρηση, δίνοντας άλλο νόημα στην "παγκοσμιοποίηση" που μέχρι τώρα λειτουργεί ως όργανο επιβολής των λίγων επί των πάρα πολλών. Ο στόχος αυτός είναι μεσοπρόθεσμος, δεν αφορά τις ασφυκτικές προτεραιότητες του παρόντος, βοηθάει όμως να δώσουμε προσανατολισμό ακόμα και στο βραχυπρόθεσμο. Μόνον έτσι μπορεί να συγκροτηθούν πλατιές, ακόμα και υπερεθνικές συμμαχίες, οι οποίες μάλιστα θα διαθέτουν το συντριπτικό "ηθικό πλεονέκτημα" έναντι της προοπτικής των ανοιχτών φυλακών. Δεν μπορούμε να αποφύγουμε τον πειρασμό να καταλήξουμε όπως ο Halimi, ο διευθυντής της "Le Monde diplomatique": "Το μόνο που παράγει πια το κυρίαρχο σύστημα είναι προνόμια, ψυχρές ή νεκρές υπάρξεις. Θα γυρίσουν, λοιπόν, τα πράγματα. Ο καθένας από εμάς μπορεί να συνεισφέρει ώστε αυτό να γίνει λίγο νωρίτερα".

Δημοσίευση :18.05.2014

Φωτογραφία από την ταινία “Το μικρό ψάρι” του Γιάννη Οικονομίδη