Κρίση : κυριολεξία, μεταφορά και λογοτεχνικός λόγος

“Έξοδος”
19 Μαρτίου 2012
Η οπτικοακουστική διάσταση της λογοτεχνίας
27 Ιουνίου 2015

της Εριφύλης Μαρωνίτη (BOOKS’ JOURNAL)

Αν ο μεταπολιτευτικός οικείος μας βίος, στο πεδίο της πράξης αλλά και των ιδεών, αποδομείται στα εξ ων συνετέθη, είναι δυνατόν ο λογοτεχνικός λόγος που τον παρακολουθεί και του αναφέρεται να παραμείνει ακέραιος; Πεζογραφήματα, σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων, απαντούν, με διαφορετικό τρόπο, στις προκλήσεις των καιρών, διερευνώντας τα επαναπροσδιοριζόμενα όρια κυριολεξίας και μεταφοράς, μύθου και πραγματικότητας, καθώς και την αντανάκλασή τους στην αφηγηματική τέχνη και τεχνική.


Έξοδος

Με τον πολύσημο και σχεδόν εμβληματικό τίτλο «Έξοδος», (Αλεξάνδρεια, σελ. 342) ο Γιώργος Χατζηστεργίου τιτλοφορεί το δεύτερο μυθιστόρημά του, που μαζί με το προηγούμενο, «Σου έχει μείνει καθόλου περιουσία;» και το δοκίμιο, «Η γη τρέμει – άνθρωποι και κατασκευές σε έναν κόσμο που αλλάζει», αποτελούν μια λειτουργική και πολλαπλώς ενδιαφέρουσα (από άποψη περιεχομένου αλλά και φόρμας) αφηγηματική ενότητα. Εμπνευσμένη από τις σαρωτικές ανατροπές της σημερινής κρίσης, η «Έξοδος» είναι μια μεταμοντέρνα, γλυκόπικρη, περιπέτεια, που δεν ορρωδεί αλλά τουναντίον προκαλείται και προκαλεί πολλά από τα δομικά, ιερά και όσια, της μεταπολιτευτικής –αν όχι ευρύτερα νεότερης- ιδεολογίας και αφήγησης.

Η ιστορία εκτυλίσσεται γύρω από τον Α. , σαραντάρη Έλληνα του Λονδίνου, που βιώνει τις επιπτώσεις που έχει το τέλος εποχής στην προσωπική του ζωή. Η εταιρεία συμβούλων όπου εργαζόταν, με σπουδαίες προοπτικές καριέρας τον απολύει, η γυναίκα του τον εγκαταλείπει, επιστρέφοντας με τα παιδιά τους στην Αθήνα, οι παλιοί φίλοι, που ορισμένοι ζουν τη δική τους ιστορία πτώσης, τον περιφρονούν ή τον αποφεύγουν. Στην προσπάθειά του να «κρατήσει το κεφάλι του έξω από το νερό», ο Α. θα μετακινηθεί από το Λονδίνο, στην Αθήνα και από εκεί στη Λέσβο, από τον χρόνο της απρόσκοπτης εξέλιξης στον χώρο της εσωτερικής περιπέτειας, βρίσκοντας απροσδόκητους συμμάχους, σε μια μυστηριώδη νεαρή Ασιάτισσα, μια αισθησιακή Αιθιοπιέζα, αλλά και τον απόμακρο κουμπάρο του, που, μέχρι τότε, έχει περάσει τα περισσότερα χρόνια της ενήλικης ζωής του κλειδωμένος στο σπίτι των γονιών του.

Ματαιοδοξία, διαφθορά, απατηλή λάμψη, πλούτος, υποκρισία, πελατειακές σχέσεις, εντυπωσιακή αναρρίχηση στην πολιτική και κοινωνική ζωή - όσα μέχρι χθες έμοιαζαν να αποτελούν τον αυτονόητο ιστό και πλούτο μιας κοινωνίας, τώρα αποδεικνύονται φτηνιάρικα υλικά χωρίς αντοχή, «έργα της arte povera, δηλαδή καλλιτεχνήματα που χρησιμοποιούσαν ως πρώτη ύλη τα σκουπίδια..». Στο επίπεδο της πραγματολογικής δράσης, λίγα μπορούν πλέον να προσφέρουν στους βαλλόμενους ήρωες, όσο και αν – ή παρόλο που; - ο συγγραφέας τους αποδίδει, πλήρη επίγνωση της αξίας των διαθέσιμων υλικών και οξύτατη αίσθηση των ορίων. Στο πεδίο όμως της μυθοπλασίας, αποδεικνύονται συναρπαστικά κατασκευαστικά υλικά, με κρυφές δομικές χάρες!


Εξηγούμαι:

Μπορεί η Έξοδος, να είναι ένα μυθιστόρημα εμπνευσμένο από την κρίση και τις ορατές, επώδυνες ανατροπές που επέφερε, αλλά ούτε περιορίζεται ούτε ορίζεται εξ ολοκλήρου από αυτήν. Και αν κάποιος διαβάσει στο βιβλίο, μονάχα μια προσωποκεντρική ιστορία απώλειας και αυτογνωσίας, θα έχει προσπεράσει τα πολύ ενδιαφέροντα αφηγηματικά εγχειρήματα του μυθιστορήματος και τις ερεθιστικές πολυσημίες του .

Έχοντας πλήρη επίγνωση ότι η συνταγή εξαρτάται απολύτως από τα υλικά που χρησιμοποιείς, ο συγγραφέας κάνει έναν τακτικό, θα λέγαμε, και προγραμματικό ελιγμό. Ένα βήμα πίσω, από το μεταπολιτευτικό οικοδόμημα πλαστής – όπως αποδεικνύεται- ευημερίας που γκρεμίζεται. Άλλωστε, όταν οι εξελίξεις συναγωνίζονται και την πιο αχαλίνωτη φαντασία, οι επιλογές στενεύουν και η κρίση θολώνει. Τα γεγονότα μοιάζει να τρέχουν – και σε αυτό το αφήγημα- πιο γρήγορα από τα μεθοδολογικά εργαλεία που μέχρι χθες επιχειρούσαν να τα αποτιμήσουν, να τα ερμηνεύσουν ή και να τα υπαγάγουν ενδεχομένως σε ένα θεωρητικό μοντέλο. Ο συγγραφέας όμως ήταν και είναι (και) εκεί. Επιχειρεί να συντονιστεί. Στην περίπτωση αυτή, μ’ έναν ιδιότυπο μυθιστορηματικό λόγο. Επίμονο, διεισδυτικό και συχνά αδιάκριτο. Εστιασμένο στα σημεία λύσης της συνοχής.

Αποστασιοποιημένος από μια ρεαλιστική και συναισθηματικά φορτισμένη διήγηση, ο Γιώργος Χατζηστεργίου προγραμματικά σχεδόν, αποποιείται την γραμμική εξέλιξη της ιστορίας, την αναζήτηση μιας μελλοντικής υπέρβασης, έναν λόγο συνθετικό και παρηγορητικό. Αντ’ αυτού εστιάζει στον χώρο, «εκεί όπου γίνεται ο μεγάλος πόλεμος», στον επαγγελλόμενο ορίζοντα των ανοικτών συνόρων, στην παγκοσμιοποίηση που αποδείχτηκε οφθαλμαπάτη, οδηγώντας τους ήρωες στην πιο τυφλή εσωστρέφεια. Στο χώρο ο συγγραφέας αναζητά τις ασυνέχειες, τις ρήξεις, τις ανατροπές, την αποσπασματικότητα του αντικειμένου, αλλά και του κειμένου. Την τεχνοτροπία και το νόημά τους. Γιατί, αν ο κόσμος, το οικείο μας περιβάλλον, μέσα στην ιστορικότητά του, κατακερματίζεται, μήπως ο λογοτεχνικός λόγος, που του αναφέρεται, πρέπει να συμπορευτεί; Δομή και γλώσσα να θρυμματιστούν για να ανακτήσουν ενδεχομένως την απαραίτητη ερμηνευτική ευελιξία και αναπαραστατικότητα;

Επιλογή που υπηρετεί πολλαπλώς ο Χατζηστεργίου. Καταρχάς σε επίπεδο φόρμας : τα τέσσερα τμήματα του μυθιστορήματος χωρίζονται σε πολλά και συνήθως μικρής έκτασης κεφάλαια, ορισμένα από τα οποία διαφοροποιούνται όχι μόνο ως προς το αναμενόμενο, δηλαδή το περιεχόμενο, αλλά και με διαφορετικά τυπογραφικά στοιχεία. Ευρηματικοί και ενίοτε περιπαικτικοί τίτλοι, που συχνά παραπέμπουν σε παραμύθια ή δημοφιλή λαϊκά άσματα, μαζί με διάσπαρτες διακειμενικές αναφορές, λειτουργούν ως γέφυρες σε μια δράση με απότομες αλλαγές, τροπές της πλοκής που ξαφνιάζουν και διαδοχικές ανατροπές. Ωστόσο, παρά την αποσπασματικότητά της, η δράση συνέχεται με αφηγηματικά νήματα. Ενώ η διακειμενικότητα ( που εσκεμμένα, όπως λέει και ο συγγραφέας, αποσαφηνίζεται λίγες μόνον φορές σε ένα σύντομο επίμετρο) παίζει τον δικό της συνδετικό ρόλο, την κοιτίδα μιας ευρύτερης λογοτεχνικής παρακαταθήκης και υποθήκης. Έτσι, το αφηγηματικό σύνολο είναι μεν αποσπασματικό, αλλά όχι ασύνδετο. Παρόλο, που θα αποτελέσει επιπλέον, πεδίο συνάντησης και εκλεκτικής συνάφειας διαφορετικών ειδών.

Ρεαλισμός και επιστημονική φαντασία, κλασικό μυθιστόρημα αλλά και παραμύθια, κόμιξ ή γκράφικ νόβελ, καταδύσεις στην άβυσσο του εγώ αλλά και πικάντικές ή άλλοτε σχεδόν σκληρές σεξουαλικές περιγραφές. Κυριολεξία και παρελκόμενες μεταφορές. Οι ήρωες δεν χάνουν μόνον τη δουλειά τους, αλλά και την ταυτότητά τους. Η φαντασία, παίζει πλέον περίεργα και απειλητικά παιχνίδια διαρκών αντιμεταθέσεων με την πραγματικότητα. Ετεροπροσδιορίζεται και μεταλλάσσεται με τη σειρά της. Οι κυριολεξίες και οι πραγματικότητες του δημόσιου και ιδιωτικού μας βίου, με τις ιδεολογικές, πολιτικές, κοινωνικές αλλά και αφηγηματικές τους καταβολές, αποδεικνύονται εικονικές. (Τουλάχιστον μέχρι τη αποδείξει του αντιθέτου). Αναχρονισμός; Ενδεχομένως. Τα συστατικά τους πάντως μέρη, που βρίσκονταν εδώ και καιρό σε φυγόκεντρη τροχιά μεταγράφονται στην «Έξοδο» σε άκρως ενδιαφέροντα αφηγηματικά υλικά. Το ότι ο συγγραφέας τα προσεγγίζει στην περιδίνησή τους, ήταν μια τολμηρή επιλογή, αλλά το αποτέλεσμα δικαιώνει. Χρήσιμο όπλο αποδείχτηκε στη συγγραφική φαρέτρα και η καυστική παρωδία αλλά και η ανάδειξη της σχετικότητας αξιών και νοημάτων. Άλλωστε, όπως υπαινίσσεται και ο Χατζηστεργίου, τα συμφραζόμενα ορίζουν, και όχι μόνον στο κείμενο της λογοτεχνίας, πότε, φάρσες του τύπου «λεφτά υπάρχουν», συνιστούν μεταφορά, ανεξαρτήτως με το πού τελικά, κάθε φορά πάνε!