Η πολεοδομία του αποκλεισμού

Αισθητική των ελληνικών πόλεων και πολιτική
7 Δεκεμβρίου 2008
Καταστροφές στην εποχή της παγκοσμιοποίησης
26 Φεβρουαρίου 2012

Από εξώφυλλο του τουρκικού σατιρικού περιοδικού “UYKUSUZ”

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου

Η κατάργηση των συνόρων, όνειρο πολλών γενεών ειρηνιστών, φαίνεται πως έχει προχωρήσει πολύ στις μέρες μας, στην εποχή της ενιαίας παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Με τη διαφορά, σε σχέση με το όνειρο, ότι η κατάργηση αυτή αφορά την κίνηση των κεφαλαίων και των προϊόντων και όχι των ανθρώπων και ούτε βέβαια συνοδεύεται από οποιαδήποτε εξέλιξη προς την κατεύθυνση μιας ενιαίας, πέραν των συνόρων, δημοκρατικής παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών. Αντίθετα, τα εσωτερικά σύνορα – με συρματοπλέγματα ή και διαχωριστικούς φρουρούμενους τοίχους – πολλαπλασιάζονται με δραματικό ρυθμό, με σκοπό να περιχαρακώσουν στο πεδίο της πραγματικής ζωής τους μη έχοντες σε σχέση με τους έχοντες. Έχει σημασία πως το κύριο κριτήριο διαχωρισμού δεν είναι φυλετικό, πολιτισμικό ή θρησκευτικό (οι διακρίσεις αυτού του είδους διατηρούν ακόμα την τοξικότητά τους, κυρίως όμως ως αιτίες αντιπαλοτήτων και πολυδιάσπασης των “από κάτω”), αλλά η οικονομική θέση των ανθρώπων.

Η αντίληψή μας στην Ευρώπη – ιδίως στις χώρες που δεν έχουν υπάρξει στο παρελθόν ως αποικιοκρατικές δυνάμεις – γι’ αυτού του είδους τους περιχαρακωμένους οικισμούς είναι μάλλον περιορισμένη, δεδομένου ότι στην ήπειρό μας τέτοια φαινόμενα δεν έχουν ακόμα αναπτυχθεί σε μεγάλη κλίμακα. Υπάρχουν βεβαίως λογοτεχνικά έργα, όπως τα βιβλία “Νύχτες κοκαΐνης” και “Σούπερ Κάννες” του σπουδαίου Βρετανού συγγραφέα Μπάλλαρντ, όπου αναδεικνύεται με οξυδέρκεια η ψυχοπαθολογία κοινοτήτων που λειτουργούν σε ένα τεχνητό περιβάλλον απομόνωσης από τον υπόλοιπο πληθυσμό, αλλά ακόμα κι’ αυτά είναι ως ένα βαθμό παρωχημένα σε σχέση με την αιχμή των εξελίξεων. Οι οικισμοί του Μπάλλαρντ λειτουργούν ακόμα στον απόηχο του κλίματος της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας των αμβλυμένων οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων, όπου η πλήξη φαίνεται να είναι το κύριο πρόβλημα, ενώ οι περιτειχισμένοι θύλακες ευμάρειας στην Αμερική, την Ασία και την Αφρική της σημερινής εποχής λειτουργούν ως φρούρια που περιβάλλονται από πληθυσμούς βυθισμένους στην ανέχεια και την εγκληματικότητα – όπως ακριβώς προανήγγειλε η νέα σειρά κόμικς του Σούπερμαν των αρχών της δεκαετίας του 1990. Μία καίρια προσέγγιση γίνεται στη βραβευμένη στα Φεστιβάλ της Βενετίας και του Τορόντο κινηματογραφική ταινία “Ιδιωτική Ζώνη” του Ροντρίγκο Πλα, που προβλήθηκε πρόσφατα στην Ελλάδα. Το θέμα της ταινίας είναι οι ζοφερές εξελίξεις που προκύπτουν όταν εξ αιτίας μιας θύελλας χαλάει ένα τμήμα του συρματοπλέγματος που χωρίζει μία φρουρούμενη κοινότητα ευπόρων από τον έξω κόσμο. Η πραγματικότητα αυτών των καταστάσεων, όπως αναδεικνύεται με ενάργεια στην ταινία, είναι άκρως ασφυκτική ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει ακόμα και ένας στοιχειώδης ανθρωπισμός.


Καλειδοσκόπιο των θυλάκων

Οι ΗΠΑ βρίσκονται στην πρωτοπορία αναφορικά με την κατασκευή τέτοιου είδους οικισμών – με εμβληματικό παράδειγμα την Σελεμπρέισιον της Ντίσνεϋ. Υπολογίζεται ότι περίπου οκτώ εκατομμύρια άνθρωποι ζούνε ως “οριοθετημένες κοινότητες” στην βόρεια Αμερική, ενώ τα πέντε εκατομμύρια από αυτούς συγκεντρώνονται στην Καλιφόρνια. Σύμφωνα με το βιβλίο των Μπλέϊκλι (Blakely) και Σνάϊντερ (Snyder) “Φρούριο Αμερική;” το 40% των νέων κατοικιών στην Καλιφόρνια κατασκευάζονται “πίσω από τείχη”. Πέρα από τις ΗΠΑ, μία ευρεία θέαση αυτού του είδους των οικιστικών εξελίξεων ανά τον κόσμο μας δίνει η συλλογή δοκιμίων “Διαβολικοί παράδεισοι” (“Evil paradises”, the New Press, 2007) που επιμελήθηκε ο Μάϊκ Ντέϊβις σε συνεργασία με τον Ντάνιελ Μόνκ. Για τον ευρύτατα γνωστό θεωρητικό της πολεοδομίας Μάϊκ Ντέϊβις, το βιβλίο αυτό είναι η συνέχεια του περίφημου “Πλανήτη των παραγκουπόλεων”.

Ο συλλογικός αυτός τόμος λειτουργεί ως καλειδοσκόπιο των σύγχρονων οριοθετημένων περιοχών : από το Γιοχάνεσμπουργκ της Νότιας Αφρικής τη “Νέα Μανάγκουα” στη Νικαράγουα και το “Νέο Κάϊρο” στην Αίγυπτο που διασχίζεται από μία τεχνητή προσομοίωση του Νείλου, μέχρι την απομίμηση μιας καλιφορνέζικης γειτονιάς στη μέση της ερήμου του Ιράν που στεγάζει τα υψηλόβαθμα στελέχη των παρακείμενων κρατικών βιομηχανιών… Από το κολοσσιαίο Εμπορικό Κέντρο (Mall) “που κατάπιε την Αμερική” στη Μινεζότα των ΗΠΑ με τρία εκατομμύρια επισκεπτών τον μήνα, μέχρι τους μετασοσιαλιστικούς θύλακες προστατευμένης ζωής στην Ανατολική Ευρώπη ή στην Κίνα, αλλά και στα μοναστήρια που φιλοξενούν εύπορους, απευθυνόμενα σε αυτούς με διαφημιστικές πρακτικές του εμπορίου – όπως το Μοναστήρι του όρους Κάλβαρυ στην Καλιφόρνια, όπου ο χρόνος αναμονής των αιτούντων προσωρινή διαμονή μπορεί να ξεπεράσει τα δύο χρόνια…


Ξεχωριστοί κόσμοι

Ποιες είναι οι αιτίες αυτής της πρωτοφανούς διάδοσης των προστατευμένων οριοθετημένων ζωνών για διαβίωση ή και διασκέδαση; Αυτή που κυρίως προβάλλεται είναι η ανάγκη για ασφάλεια, για προστασία έναντι της διάχυτης παραβατικότητας ή και εγκληματικότητας. Το ζήτημα αυτό είναι πραγματικό και πιεστικό – ασχέτως αν συχνά δραματοποιείται και υπερπροβάλλεται από τα ΜΜΕ ή και από ιδιωτικά συμφέροντα που πωλούν υπηρεσίες προστασίας. Είναι όμως απαραίτητο να γνωρίζουμε ότι αυτό το κλίμα “δεν έπεσε από τον ουρανό”, αλλά συνδέεται στενά με την ανά την υφήλιο “απορύθμιση” των οικονομικών και συλλογικών δομών κατά τη διάρκεια της τελευταίας εικοσιπενταετίας. Στο επίκεντρο αυτών των εξελίξεων βρίσκεται η απαξίωση του δημόσιου και του συλλογικού, υπέρ του ιδιωτικού και του ατομικού σε όλα τα επίπεδα – από τους ιδιωτικούς φρουρούς και την ιδιωτική ασφάλιση, ως την κυριαρχία του ιδιωτικού χώρου έναντι του κοινόχρηστου.

Σ’ αυτή τη νέα κατάσταση η οποία χαρακτηρίζεται περισσότερο από τη δραστική ανακατανομή του πλούτου παρά από την παραγωγή νέου, την υπερκατανάλωση και τη διάχυτη παρακίνηση προς τους ανθρώπους να ξοδεύουν περισσότερο από όσα βγάζουν, κοινή παραδοχή είναι ότι ο κόσμος είναι φυσικό να χωρίζεται σε πλούσιους και φτωχούς, και ακόμα φυσικότερο οι προνομιούχοι να ζούνε σε “ξεχωριστούς κόσμους”.

Σ’ αυτό το κλίμα είναι επόμενο να βρίσκει εύφορο έδαφος η ανάπτυξη κάθε είδους φαντασιοπληξίας. Χαρακτηριστικό είναι το εγχείρημα του Τέντ Τέρνερ, πρώην ιδιοκτήτη του CNN –όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο του Ντέϊβις – ο οποίος αγόρασε μία τεράστια έκταση στην έρημο της Αριζόνα και τη διαμόρφωσε ως ένα κυνηγότοπο όπου οι πλούσιοι επισκέπτες μπορούν να σκοτώνουν βίσσωνες. Πρόκειται για ένα είδος “Τζουράσικ Πάρκ”, το γνωστό Πάρκο δεινοσαύρων της ομώνυμης ταινίας, δεδομένου ότι οι βίσσωνες είχαν συστηματικά καταδιωχθεί και τελικά εξοντωθεί από τους Αμερικανούς έποικους τον 19ο αιώνα προκειμένου να στερηθούν οι Ινδιάνοι την πηγή της βασικής τους τροφοδοσίας, επισπεύδοντας έτσι την οριστική τους ήττα και παράδοση.


Η ζωή στους θύλακες

Δεδομένου ότι η πραγματικότητα είναι σαφώς πιο πολύπλοκη από τις διαφημίσεις, η ζωή στους θύλακες ευμάρειας δεν είναι τόσο παραδείσια όσο εμφανίζεται. Πρώτα απ’ όλα, σ’ αυτές τις οριοθετημένες περιοχές δεν ζούνε οι πραγματικοί μεγιστάνες του πλούτου, αλλά στρώματα της μεσαίας τάξης. Η ειρωνεία μάλιστα βρίσκεται στο ότι ενώ τα στρώματα αυτά κατατρύχονται από τον φόβο έναντι της εγκληματικότητας ή και της τρομοκρατίας, η πραγματική και οξεία ανασφάλειά τους αφορά την οικονομική τους κατάσταση και τον συναφή κίνδυνο της έκπτωσης στην κόλαση των μη εχόντων, όπως αναλύει με εξαιρετική διεισδυτικότητα ο στοχαστής Ζίγκμουτ Μπάουμαν στα βιβλία του για τον σύγχρονο “κόσμο της ρευστής νεωτερικότητας”. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Αργεντινή το βιβλίο της Κλαούντια Πινέϊρο “Οι χήρες της Πέμπτης” με θέμα τις μεγάλες οικονομικές δυσκολίες των κατοίκων αυτών των περιοχών υπήρξε πρώτο στον κατάλογο των ευπωλήτων το 2005.

Έτσι κι’ αλλοιώς, μελέτες όπως αυτή των Μπλέϊκλι και Σνάϊντερ, καταδεικνύουν ότι ακόμα και η αίσθηση ασφάλειας έναντι της εγκληματικότητας που υποτίθεται ότι προσφέρουν αυτοί οι οικισμοί είναι πλασματική και ότι στην πραγματικότητα η ένταση των προβλημάτων είναι αντίστοιχη με τις “έξω” περιοχές. Σε κάθε περίπτωση, χωρίς να υποτιμάμε τα καλά της ευμάρειας – για όσο διάστημα αυτή είναι εξασφαλισμένη – η ζωή σε θύλακες όπου ο φόβος κυριαρχεί και όλοι είναι οπλισμένοι και όπου ο όρος “κοινότητα” δεν είναι παρά ένας ευφημισμός για ένα σύνολο ανθρώπων που δεν συνδέονται από κάποιο είδος συλλογικότητας και ζούνε εκεί μαζί με άλλους μόνο και μόνο επειδή έχουν παρόμοια τάξη εισοδημάτων, δεν έχει και τόσο ελκυστικά χαρακτηριστικά για να αποτελεί την ιδανική στόχευση. Δεν είναι συμπωματικό το ότι στην Αργεντινή η ίδια ονομασία (μπάριος) αφορά τόσο τις παραγκουπόλεις, όσο και τις οριοθετημένες περιοχές των εχόντων. Συναφές με αυτό είναι ότι στη Γαλλία ο όρος “προάστιο” (banlieu) σημαίνει ετυμολογικά “τόπος εξορίας” (lieu de ban) και ο όρος αυτός αφορά τον τόπο κατοίκησης τόσο των φτωχών οικονομικών μεταναστών, όσο και των μεσαίων στρωμάτων που ζούνε με την ανασφάλεια διατήρησης της οικονομικής τους θέσης από την οποία εξαρτάται η αποπληρωμή των τραπεζικών δανείων στέγασης.


Η ελληνική πραγματικότητα

Στην Ελλάδα τέτοια φαινόμενα είναι ακόμα αδιανόητα. Με την εξαίρεση κάποιων “ακριβών ” προαστίων – που ακόμα κι’ αυτά είναι πολλαπλώς ανοιχτά στον έξω κόσμο – στο συντριπτικά μεγαλύτερο τμήμα των μικρών και μεσαίων ελληνικών πόλεων, έχοντες και μη έχοντες ζούνε ανακατεμένοι και ο δημόσιος χώρος όχι μόνο διατηρείται αλλά έχει κρίσιμη σημασία για τη ζωή της κοινωνίας που διαβιοί σ’ αυτές τις πόλεις. Αυτή είναι η θετική όψη της κατά τα άλλα κακορίζικης οικιστικής κληρονομιάς της ελληνικής μεταπολεμικής ανοικοδόμησης και αυτή η διάσταση συνδέεται άμεσα με το αυτονόητο για τους κατοίκους αίσθημα ασφάλειας που διακατέχει ακόμα τις κοινωνίες των ελληνικών επαρχιακών πόλεων. Σχετική είναι και η μεγάλη έρευνα της βρετανικής εφημερίδας “Γκάρντιαν”, στις αρχές του 2009, η οποία καταδεικνύει ότι η όξυνση των οικονομικών ανισοτήτων είναι ευθέως υπεύθυνη για την ραγδαία αύξηση της εγκληματικότητας.

Αλλά τότε, γιατί ζητήματα όπως οι οριοθετημένες και φρουρούμενες οικιστικές περιοχές μπορεί να ενδιαφέρουν την Ελλάδα; Επειδή τα πράγματα αλλάζουν, και μάλιστα με ραγδαία ταχύτητα. Και επειδή αν δεν ενημερωθούμε για τις κρίσιμες τάσεις των εξελίξεων ανά τον κόσμο και δεν τις συσχετίσουμε με τα καθ’ ημάς, δηλαδή αν δεν αποκτήσουμε θεωρία, πώς θα μπορέσουμε να ξεχωρίσουμε το κύριο από το δευτερεύον; Πώς θα ξέρουμε ότι δίνουμε τις σωστές μάχες ή άλλες, άσχετες με την ουσία, στραμμένοι προς μια κάποια κατεύθυνση, ενώ από αλλού “έρχεται η απαισία λύσις” – όπως θα έγραφε ο αλεξανδρινός ποιητής;

ειδικών χαρακτηριστικών της ελληνικής κοινωνίας σε σχέση με τις δυνατές προοπτικές εξέλιξης της.


Δημοσίευση :12.07.2009