ECSTACITY

Η οπτικοακουστική διάσταση της λογοτεχνίας
27 Ιουνίου 2015
Μία ιστορία για τον έρωτα που δεν είναι μελό
1 Νοεμβρίου 2016

του Χρήστου Πατάκου, αρχιτέκτονα

Αν μπορεί κάποιος να κάνει λόγο για βιβλία που δομούνται, βάσει μιας χωρικής λογικής, τότε θα μπορούσε και να συζητήσει και για μια ιδιαίτερη αίσθηση του χώρου, στο βιβλίο που σήμερα παρουσιάζουμε: χωρικές σχέσεις που εισαγάγουν την κινηματογραφική προβολή και συνάμα τον υπερσουρεαλισμό.

Ο συγγραφέας επέλεξε να εισχωρήσει βαθιά στη φύση του επαναστατικού κινήματος στη περιγραφή του χώρου- και όχι μόνο- όπου διαδραματίζεται η όλη πλοκή του βιβλίου.

Ο υπερρεαλισμός επιδίωξε πολλές ριζοσπαστικές αλλαγές στο χώρο της τέχνης αλλά και της σκέψης γενικότερα, ασκώντας επίδραση σε μεταγενέστερες γενιές καλλιτεχνών. Τα μέλη του αντέδρασαν σε αυτό που οι ίδιοι ερμήνευαν ως μία βαθιά κρίση του Δυτικού πολιτισμού, προτείνοντας μία ευρύτερη αναθεώρηση των αξιών, σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής, στηριζόμενοι στις ψυχαναλυτικές θεωρίες του Φρόυντ και στα πολιτικά ιδεώδη του Μαρξισμού.

Ως κύριο μέσο έκφρασης, τόσο στη λογοτεχνία όσο και στις εικαστικές τέχνες, προέβαλαν τον «αυτοματισμό», επιδιώκοντας τη διερεύνηση του ασυνειδήτου, την απελευθέρωση της φαντασίας «με την απουσία κάθε ελέγχου από τη λογική»και διακηρύττοντας τον απόλυτο μη κομφορμισμό.


"δε φταίει το φεγγάρι για τη πίκρα μας, καθώς στριφογυρνάει δαιμονισμένα μέσα στο φώσφορο...δε φταiει το φεγγάρι αν πάνω στα μάτια μας φύτρωσαν δόντια" μας λέει ο συγγραφέας και μας οδηγεί στο κόσμο του, σε ένα αστικό δοχείο ζωής, όπου η ιστορία του αρχίζει να ξεδιπλώνεται.

Ο συγγραφέας δυνατά μας εισαγάγει σε ένα κινηματο-αρχιτεκτονικό χώρο δράσης της σκέψης του θα τολμούσα να πω. Το κτήριο που στεγάζει το ινστιτούτο, ένα μεσοπολεμικό τυπικό δείγμα κτηρίου γραφείων που μετέπειτα ίσως τροποποιήθηκε για να καλύψει τις νέες εμπορικές ανάγκες, στέκει ως χώρος έντασης και πολύ περισσότερο ως ένας οργανωμένος ιστορικό - υλικό χώρος. Ένας χώρος που ο κάθε ένας καταναλωτής – πελάτης μπορεί να ικανοποιήσει την πιο απόκρυφη επιθυμία του, αλλά πάντοτε παρακολουθούμενος από την ανώτατη αρχή στα άνωθεν δώματα , ώστε να μην βγει εκτός ορίων του παιχνιδιού. Αυτό που αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης είναι ότι πρόκειται για ένα κολλάζ καταστάσεων χωρικών, εντός του ινστιτούτου, που θα μπορούσαμε να το δούμε ακόμα πιο ευδιάκριτα, κάνοντας μια εικονική τομή. Ωστόσο ο χώρος ποτέ δεν είναι συγκεκριμένος και αυτό θα μας σταμάταγε την ελευθερία περιγραφής, μιας πραγματικότητας, πιο ελεύθερης και χωρίς όρια. Τα επίπεδα του κτηρίου από τα υπόγεια μέχρι και το ελικοδρόμιο του δώματος, στέκουν σαν ζώνες είτε ελεύθερης είτε περιορισμένης προσβασιμότητας. Όλα έχουν να συνδιαλαγούν με τη διαφορετικά των παροχών, /όχι όμως τόσο απλά και ξεκάθαρα σαν σε ένα άλλο κτήριο. Το μυστήριο και ο εσωτερικισμός είναι διάχυτα ως έννοιες, και αυτές σε ένα πεδίο δράσης αλληλοσυγκερασμού.


Όλες οι ενέργειες και καταστάσεις μαζί ενώνονται, σε ένα ανεστραμμένο πεδίο αντίληψης του αναγνώστη και δημιουργούν το φαντασιακό πεδίο του χώρου. Ο χώρος δημιουργείται στον αναγνώστη. Ουσιαστικά δεν υφίστανται πολλές περιγραφές του, μόνο οι αναγκαίες. Ωστόσο ενδόμυχα και ίσως ακόμη και εσκεμμένα ο χώρος ως αφηρημένη έννοια κυριαρχεί στο σενάριο και στη πλοκή. Έρχεται ως παρελκόμενο, ως συνέπεια και στεγάζει όχι μόνο τους πρωταγωνιστές, αλλά και εμάς ως αναγνώστες για την ώρα που διαβάζουμε το βιβλίο. Έρχεται, επιβάλλεται αλλά δε συναγωνίζεται τη πλοκή. Και αυτό λόγω της μη συγκεκριμενοποίησης του. Επακολούθως δημιουργείται ένα πεδίο αυτό των διαφορετικών καταστάσεων, ένα πεδίο που επανανσυνθέτει και εισαγάγει μια έλλειψη, την έλλειψη του μη πραγματοποιήσιμου. Το ερωτικά μη πραγματοποιήσιμο στέκει ως μια έλλειψη του ανθρώπου - καταναλωτή, που χαμένος μέσα στη καθημερινότητα, βρίσκει ως παράθυρο διαφυγής τη συμμετοχή του σε ένα σενάριο, που καταλήγει να γίνεται τελικά ένα φαντασιακό ένα πεδίο ονειρικό εν τέλει.

To ινστιτούτο υφίσταται ως μια διαρκής αναζήτηση ουτοπίας, φτιαγμένης για να φιλοξενεί τις ανθρώπινες ανέσεις αλλά πολύ περισσότερο τις έσω κεκρυμμένες επιθυμίες. Ως έναν βαθμό μας θυμίζει το manifesto του Αντόνιο Σαντ Ελιά και αργότερα τη πόλη μηχανή των ARCHIGRAM . Αυτός ο προσανατολισμός προς τις ανθρώπινες επιθυμίες, συνάδει με την στροφή στην κοινωνική αναπαραγωγή της αρχιτεκτονικής:

Λέει χαρακτηριστικά ο Σαντ Ελία: Σ’ αυτό χαρακτηριστικά αναφέρει: «επιδίωξη μας πρέπει να είναι η ανύψωση της νέας χτισμένης μορφής σε ένα επίπεδο πνευματικής υγεία, αξιοποιώντας τα πλεονεκτήματα της επιστήμης και της τεχνολογίας… καθιερώνοντας νέες μορφές, νέες γραμμές, νέους λόγους ύπαρξης, που θα προκύψουν αποκλειστικά και μόνο από τις ιδιαίτερες συνθήκες του μοντέρνου τρόπου ζωής και από την προβολή του ως αισθητικής αξίας στην ευαισθησία μας» καθώς και ότι «Πρέπει να επινοήσουμε και να ξαναχτίσουμε από την αρχή τη σύγχρονη πόλη μας, σαν ένα απέραντο και πολύβουο ναυπηγείο, ζωντανό, κινητικό και πάντοτε δυναμικό και το σύγχρονο κτίριο σαν μια γιγάντια μηχανή».

Το δομημένο περιβάλλον του ινστιτούτου ανακατευθύνεται για να υπηρετήσει μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία· να παράσχει στέγη σε καταναλωτές, και όχι πλέον σε εργάτες· να θέλξει το σώμα και όχι να το πειθαρχήσει. Aυτό το πολύβουο ναυπηγείο γεμάτο ζωντάνια και κινητικότητα, αυτή η μηχανή που περιγράφει και ο συγγραφέας σε ανάλογο κεφάλαιο του, ξεδιπλώνεται στα μάτια του αναγνώστη.


Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του, το Ινστιτούτο δεν είναι ένας χώρος έντασης και εκτόνωσης μόνο. Αποκτά μια αρχιτεκτονική διάσταση. Όχι μόνο διότι επεμβαίνει στο νυκτερινό τοπίο της πόλης ως ένα άλλο αστικό στοιχείο, αλλά επίσης και στο βαθμό που επαναλαμβάνει επί των οθονών του αποσπάσματα από χώρους κρυφούς, και θελκτικούς των άλλων επιπέδων του. Μια υποβόσκουσα γοητεία και ένας διάχυτος ερωτισμός μας οδηγούν στο επόμενο σημείο συζήτησης.

Το ινστιτούτο δεν είναι ένας χώρος που δίνει μόνο ευχαρίστηση, ηδονή και τέρψη. Παρέχει ένα χάρτη σε κάθε πελάτη του, τον χάρτη της αυτοσυνείδησης. Στο ινστιτούτο θα βρεις κάθε πιθανή διεργασία που το σώμα σου μπορεί να κάνει. Απλά με το να χρησιμοποιήσεις το μέσο που λέγεται ένδυμα, ή στη περίπτωση μας απλά μεταμφίεση. Η μάσκα αποτελεί όχι μόνο μέσο μη αναγνώρισης και ταυτοποίησης του αναγνωρίσιμου εγώ, αλλά πλέον είναι το μέσο που αυτόματα σε καθιστά, άμωμο από τις επικείμενες αμαρτίες σου. Η μάσκα στο χώρο, και ο χορός παίζουν το πιο ουσιαστικό παιχνίδι μεταξύ τους πλέον.


Ο χώρος στον οποίο τα αντικείμενα - στη περίπτωση μας οι μεταμφιεσμένοι - συγκεντρώνονται και όταν αυτό συμβεί, και ξεκινήσει ο χορός, το λεγόμενο being together κατά Heidegger, αυτή η συγκέντρωση ψυχών μας οδηγεί στην ανοικτωσιά ή καλύτερα στη δεκτικότητα των ίδιων των αντικειμένων προς τον θεατή, που είμαστε εμείς, εμείς είτε ως αναγνώστες, είτε ως παρατηρητές.

Αυτή η δεκτικότητα των ψυχών στο χώρο, που επιτυγχάνεται από την περιγραφή του συγγραφέα, επιτρέπει στον αναγνώστη να αντιληφθεί τον χώρο κινηματογραφικά σαν ένα snap shot από μια κάμερα που κρατάει στο χέρι. Σαν μια ταινία που μας εντυπωσίασε, και τη θυμόμαστε καιρό μετά. Αυτό που μας μένει είναι εικόνες. Εικόνες και μια μουσική. Η μουσική έρχεται να συνενωθεί τη στιγμή που χώρος και χορός ξεκινούν το παιχνίδι τους στο βιβλίο μας. Η αρχιτεκτονική στο βιβλίο εμπεριέχεται στην αρχή του μοντάζ, διάφορες στάσεις των αντικειμένων περνάν μπροστά από τον ακίνητο θεατή - αναγνώστη. Και κατά δεύτερον ο θεατής αναγνώστης πέρασε μπροστά και μέσα από μια σειρά προσεκτικών διαδραματιζόμενων καταστάσεων, τις είδε τις άκουσε και τις γεύτηκε, δυνητικά με όλες του τις αισθήσεις.


Η αίσθηση του παρατηρητή, του εξωτερικού παρατηρητή στο όλο σενάριο είναι παραπάνω από έντονη. Ο παρατηρητής κοιτάει, εισέρχεται, στις καταστάσεις, και στους ουτοπικούς κόσμους του συγγραφέα, σα να μεταπηδά από μια ουτοπία σε μια άλλη. Αυτή η όλη αίσθηση μεταφοράς από ένα χώρο στον άλλο με άλλες ποιότητες και αισθήσεις, προσδίδει στον αναγνώστη ένα ταξίδι με διαφορετικές προοπτικές κάθε φορά. Μέσα από αυτά τα ταξίδια δημιουργούνται χώροι όχι περίκλειστοι, όχι οριοθετημένοι, αλλά χώροι που βρίσκουν νόημα ύπαρξης μέσα από μια Παγωμένη μουσική που ακούγεται σε όλο το βιβλίο από την αρχή ως το τέλος. Και αν ο χώρος του ινστιτούτου είχε όνομα, αν μπορούσαμε να το ονοματίσουμε, να τον χαρακτηρίσουμε, με μια λέξη. Την έκσταση. Την έκσταση του Χέγκελ αλλά πολύ περισσότερο την έκσταση του Νίτσε με τις διονυσιακές του περιγραφές και αναλύσεις. Θα το λέγαμε ECSTACITY. Και αν ο χώρος είχε πάλι, γένος, αν τότε και μόνο τότε σε αυτό το βιβλίο, το γένος του χώρου θα ήταν θηλυκό. Θηλυκό με όλη του την έννοια, σαγηνευτικό, ερωτικό, και τελικά γόνιμο, πάντα όμορφο, είτε στην αυγή του, είτε ακόμα και στη δύση του, οικείο και γνώριμο σε όλους μας.