Μπορεί η καταστροφή της σπονδυλικής στήλης της ελληνικής οικονομίας να είναι αναπτυξιακή;

Πώς θα είναι οι πόλεις μας σε δεκαπέντε χρόνια;
27 Απριλίου 2014

Κατεστραμμένο κτίριο ιταλικής πόλης από βομβαρδισμό στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου

Αυτή την περίοδο στην Ελλάδα ένας εξολοθρευτής άγγελος πλανάται πάνω από τα κτίρια, με αιχμή το επαπειλούμενο πλυμμηρικό κύμα κατασχέσεων, ακόμα και της πρώτης κατοικίας, μετατρέποντας έτσι όσους έμειναν άνεργοι τώρα και σε άστεγους – ρίχνοντάς τους πρακτικά στην κοινωνική χωματερή. Οι εξελίξεις είναι δραματικές. Αλλά τί συμβαίνει ακριβώς στη χώρα μας με τη γη και τα ακίνητα; Για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε την ουσία του προβλήματος είναι απαραίτητο να συνδέσουμε το ειδικό με το γενικό, ώστε να έχουμε τη θέαση της συνολικής εικόνας. Οι κατασχέσεις λοιπόν συνδέονται στενά με δύο ευρύτερα ζητήματα:

- την καταστροφή της σπονδυλικής στήλης της ελληνικής οικονομίας, που για το καλό ή το κακό ήταν η οικοδομή.

- Την υπερεθνική εξέλιξη που σχετίζεται με την υπερσυγκέντρωση γης και ακινήτων ανά τον κόσμο, στα πλαίσια του νέου καθεστώτος που σταδιακά εγκαθιδρύεται.


Η καταστροφή της οικοδομής

Γενεές επί γενεών Ελλήνων έζησαν, εργάστηκαν, προγραμμάτισαν τη ζωή τους στη βάση ότι σε έναν κατά τα άλλα ρευστό κόσμο, η γη και τα ακίνητα ήταν όχι μόνο μία σταθερή αξία, αλλά και μια αυξητική επένδυση για το μέλλον. Σ’ αυτά τα πλαίσια, η "οικοδομή" λειτούργησε ως η κατ’ εξοχήν ελληνική βιομηχανία, όπως για άλλες χώρες π.χ. η αυτοκινητοβιομηχανία. Μία ιδιόρρυθμη βιομηχανία με πολλές διακλαδώσεις και χαμηλό βαθμό συγκέντρωσης που λειτουργούσε μετά τον Πόλεμο σε ένα επίσης ιδιόρρυθμο καθεστώς λαϊκού καπιταλισμού. Τα προβλήματα που συνδεόταν με την ανάπτυξή της δεν ήταν λίγα, κυρίως αυτά που αφορούσαν την επιβάρυνση του περιβάλλοντος και τη δυσλειτουργικότητα των πόλεων, πάντως η αποδοτικότητα αυτής της μηχανής ήταν τεράστια, καταφέρνοντας το υψηλότερο ποσοστό ιδιοκατοίκησης σε όλη την Ευρώπη, την εξασφάλιση δηλαδή της στέγης για το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού της χώρας. Τα κτίρια αυτά, μάλιστα, τουλάχιστον των πρόσφατων δεκαετιών, είναι γεροχτισμένα και ανθεκτικότατα στο σεισμό, καθώς στα Ελληνικά Πολυτεχνεία έχει κατακτηθεί ένα υψηλότατο επίπεδο τεχνογνωσίας σ’ αυτά τα πεδία, που έχει αποτυπωθεί σε πολύ αυστηρούς κανονισμούς. Επί πλέον, όπως πολλές Εκθέσεις στο Μουσείο Μπενάκη αναδεικνύουν, η μοντέρνα ελληνική αρχιτεκτονική έχει δώσει πολλά δείγματα υψηλού επιπέδου.

Όλα όσα προαναφέραμε, ίσχυαν μέχρι πριν από τρία ή τέσσερα χρόνια. Σήμερα, το Σεπτέμβριο του 2013, όλα αυτά ακούγονται σαν να μιλάμε για τη ζωή στη Σμύρνη πριν από τη μικρασιατική καταστροφή. Η βιομηχανία και η αγορά της οικοδομής έχουν καταρρεύσει – όχι εξ αιτίας της λειτουργίας της αγοράς, καθώς μάλιστα οι κατασκευές στην Ελλάδα συνδέονται πολύ περισσότερο με την πραγματική οικονομία από ότι π.χ. οι "φούσκες" στις ΗΠΑ, αλλά με κυβερνητικούς νόμους στα πλαίσια των Μνημονίων – και οι κάτοχοι γης ή ακινήτων διώκονται με την επιβολή χαρατσιών επί της ιδιοκτησίας, με τακτικές που προσομοιάζουν με τον τρόπο που η τουρκική κυβέρνηση έπληξε καίρια τις κοινότητες ελλήνων, αρμενίων και εβραίων, μεσούντος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου με τον ληστρικό νόμο της περιουσίας Varlik Vergisi.

Δεδομένου όμως ότι η οικοδομή υπήρξε η σπονδυλική στήλη της οικονομίας, τόσο με την έννοια της παραγωγής και των απασχολούμενων σ’ αυτή όσο και της λειτουργίας της ως βάσης για τις συναλλαγές και ως υπόβαθρου της "περιουσίας" των νοικοκυριών, η ολοσχερής καταστροφή της συνεπάγεται τόσο την καταστροφή της μέχρι τώρα παραγωγικής βάσης και της συνακόλουθης τεχνογνωσίας (χωρίς προώθηση οποιουδήποτε άλλου αναπτυξιακού προτύπου), όσο και της καταστροφής του ισχύοντος "ισοδύναμου νομίσματος συναλλαγών", που ήταν η οικοδομή, στο εσωτερικό της χώρας. Πρόκειται για μια δραματική εξέλιξη, από πολλές απόψεις χειρότερης και από μία βαριά υποτίμηση του νομίσματος της Ελλάδας.


Ασφυκτική ανάγκη η αναστροφή των εξελίξεων

Ζούμε στην Ελλάδα, αλλά και παντού στην Ευρώπη – όχι μόνο στις χώρες του Μνημονίου – μία κατάσταση περικύκλωσης που δεν αποσκοπεί μόνο στο “να μας πάρουν τα λεφτά, τα σπίτια, τα πολύτιμα μέταλλα ή την ενέργεια”, αλλά στο να δημιουργηθούν μόνιμες συνθήκες που δεν θα επιτρέπουν στους κατοίκους αυτής της χώρας να παράγουν προς το συμφέρον τους,. Με ανθρώπους που θα ζούν μία “απογυμνωμένη ζωή”, στο έλεος των όποιων ορέξεων της εξουσίας και σε ένα καθεστώς παροξυσματικού ολοκληρωτισμού. Δεν πρόκειται λοιπόν για μια συνηθισμένη κρίση, αλλά μία άγρια τομή μετά την οποία τίποτα δεν θα μοιάζει με το “πριν”.

Σ’ αυτές τις συνθήκες είναι κατεπείγον να πάρουμε την πρωτοβουλία από τα χέρια ενός συστήματος που έφερε τη χώρα μας και τον κόσμο ολόκληρο σ’ αυτή τη δεινή θέση, προτείνοντας – με βάση τις εμπειρίες μας και τις γνώσεις μας– ένα συγκεκριμένο σχέδιο ανάταξης της ελληνικής οικονομίας, που δεν θα έχει σχέση με το πρόγραμμα λαφυραγώγησης που μας προτείνουν με το περιτύλιγμα της "ανάπτυξης". Φορείς όπως το Τεχνικό Επιμελητήριο με την αξιοποίηση του τεράστιου επιστημονικού δυναμικού των μηχανικών μελών του, σε συνεργασία με δυναμικούς οργανισμούς όπως το Ινστιτούτο Μελετών της ΓΣΕΕ και ασφαλώς με τα ελληνικά Πανεπιστήμια, οφείλουν να βγουν μπροστά δυναμικά αναλαμβάνοντας πρωτοφανείς δημιουργικές πρωτοβουλίες, σε αντιστοιχία με τα πρωτοφανή προβλήματα που αντιμετωπίζουμε. Άλλωστε, η στενή σύνδεση επαγγελματικών φορέων και Πανεπιστημίων με την εξυπηρέτηση των έμπρακτων αναγκών του ελληνικού λαού είναι το αποτελεσματικότερο όπλο κατά των ασφυκτικών πιέσεων που δέχονται αυτή την περίοδο προς την κατεύθυνση της συρρίκνωσης και απαξίωσής τους.

Το παιχνίδι δεν είναι χαμένο. Είναι πολλές και μεγάλες οι δυνάμεις που έχουν συμφέρον να αντισταθούν και σ’ αυτές συμπεριλαμβάνεται η πλειοψηφία του πληθυσμού της Ευρώπης, και όχι μόνο των χωρών του Μνημονίου. Αυτό που σήμερα εμφανίζεται ως ανερμάτιστο και κατ’ εξοχήν ευάλωτο σύνολο μοναχικών (πρώην) καταναλωτών μπορεί τελικά να αναπτύξει μια αδιανόητη δυναμική υπέρ του κοινού συμφέροντος.


Δημοσίευση : 10.11.2013