Αισθητική των ελληνικών πόλεων και πολιτική

Τα κτίρια στον πόλεμο
23 Δεκεμβρίου 2007
Η πολεοδομία του αποκλεισμού
12 Ιουλίου 2009

Γωνία Βασιλίσσης Σοφίας και Μεσογείων, 1970

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου

Είναι γνωστό ότι η σχέση της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας με τον κόσμο των οικοδομών εμφανίζεται ως αντιφατική. Από τη μια, ο κόσμος αυτός κυριαρχεί, αναπαράγεται διαρκώς και επεκτείνεται παράγοντας μεγάλο μέρος από τις υλικές απολαβές της ελληνικής κοινωνίας. Από την άλλη, φαίνεται πως κυρίαρχη είναι και η δυσφορία της κοινωνίας για το ποιοτικό επίπεδο του χτισμένου περιβάλλοντος καθώς σχεδόν οποιαδήποτε δημόσια αναφορά σ’ αυτό το περιβάλλον συνοδεύεται από βαρύτατα απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για την “ασχήμια των σύγχρονων ελληνικών πόλεων” κτλ. Για να μην μπλέξουμε σε θεωρητικούς λαβύρινθους αναζητώντας τον ορισμό του “ωραίου” και του “άσχημου”, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι όπως χρησιμοποιείται ο όρος “ασχήμια” είναι μία συντομογραφία για τη διάχυτη και υπερχειλίζουσα κακοριζικιά των πόλεων : τους στενούς δρόμους με τα ανύπαρκτα πεζοδρόμια, τα πρόωρα γερασμένα κτίρια που κρύβουν τον ήλιο και εμποδίζουν τον αέρα, τη γενική δυσλειτουργία, τα σκουπίδια που απλώνονται στους δρόμους…

Αλλά γιατί η ελληνική κοινωνία παραμένει απαθής έναντι της οικιστικής ασχήμιας και δεν προχωράει από τις αενάως επαναλαμβανόμενες ομόθυμες καταδικαστικές ρητορίες σε μια πάνδημη ενεργή στάση ώστε να γυρίσει επί τέλους σελίδα σ’ αυτό τον τομέα; Το ερώτημα αυτό σχετίζεται με την ουσία της πολιτικής και αφορά βεβαίως εκτός από τις κατασκευές, την παιδεία, τη δημόσια διοίκηση και όσους τομείς θεωρούνται προβληματικοί από την κοινωνία. Όσο τέτοια ερωτήματα δεν εξετάζονται ή δεν απαντώνται, η κατάσταση δεν είναι “διαυγής”, δεν παραπέμπει δηλαδή σε μια “καθαρή και εξηγημένη” σχέση πολιτικής και κοινωνίας και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι σύμπτωμα νοσηρότητας.


Ζητήματα πολιτισμού;

Μήπως το πρόβλημα είναι πολιτισμικό, οφείλεται δηλαδή στο ότι δεν έχουμε ακόμα απορροφήσει επαρκώς τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, όπως συχνά μας λένε; Κάποιοι υποστηρίζουν καλοπροαίρετα ότι με αυτή την έννοια το πρόβλημα θα μπορούσε να λυθεί με μια σειρά διαλέξεων – ζωντανών ή τηλεοπτικών – σε συνδυασμό με μία μεγάλη διαφημιστική εκστρατεία με σύνθημα “ελάτε να κάνουμε τις πόλεις μας όμορφες!”.

Αλλά ο πολιτισμός δεν μπορεί να λειτουργήσει ως εμφύτευμα. Ο πολιτισμός κάθε κοινωνίας είναι σε άμεση συνάφεια με τον τρόπο που είναι οργανωμένη η εν γένει ζωή της, οπωσδήποτε δε με τον τρόπο που γίνονται οι δουλειές της. Αν δεν αγγιχθούν αυτά τα ζητήματα, οι προαναφερθείσες “πολιτιστικές εκστρατείες” μπορούν να λειτουργήσουν μόνον ως φάρσες ή το πολύ ως ευκαιρίες για νέου είδους “αρπαχτές”.

Οπότε; Μήπως είναι ζήτημα προσωπικής ηθικής; Ότι δηλαδή, “όσο ο καθένας από μας δεν κάνει το σωστό, τόσο διαιωνίζεται το πρόβλημα!”, όπως μας λένε πάλι καλοπροαίρετα κάποιοι άλλοι. Πόσο εφικτή είναι όμως μία γενική αλλαγή με βάση αυτή την παραίνεση; Ας δανειστούμε ένα παράδειγμα από τον κόσμο της πραγματικότητας : ένας πλούσιος θείος πεθαίνει κι’ αφήνει στους κληρονόμους του ένα καταπληκτικής αισθητικής δυώροφο σπίτι, που περιτριγυρίζεται βέβαια από πολυκατοικίες. Η σχεδόν αυτονόητη τύχη αυτού του σπιτιού είναι η κατεδάφισή του, ώστε να ανεγερθεί στη θέση του ένα πολυώροφο κτίριο για εκμετάλλευση. Μπορούμε εύκολα να φανταστούμε τη δυσχερή θέση στην οποία θα βρεθεί όποιος εκ των κληρονόμων επιχειρήσει να πείσει τους υπόλοιπους να μην κατεδαφίσουν, αλλά να διατηρήσουν το σπίτι. “Με τι λεφτά θα αντιμετωπιστούν τα προβλήματα υγείας ή τα φροντιστήρια των παιδιών; Γιατί να υστερήσουμε στην εκμετάλλευση της περιουσίας μας έναντι των άλλων, αφού έτσι γίνονται οι δουλειές;”, είναι μερικά από τα επιχειρήματα που θα καταπλακώσουν τον διαφωνούντα. Στο τέλος, πιθανότατα το κτίσμα θα κατεδαφιστεί και ο υπέρμαχος της διατήρησης κινδυνεύει να αρρωστήσει αν συνεχίσει να επιμένει.

Οφείλουμε ασφαλώς και να εμπνευστούμε από τον ηρωισμό όσων αγωνίζονται εναντίον του ρεύματος για να επιτύχουν “το σωστό”, αλλά σε γενικό κοινωνικό επίπεδο αυτός ο μεμονωμένος προσωπικός ηρωισμός δεν μπορεί από μόνος του να επιτύχει τη συνολική αλλαγή της κατάστασης προς το καλλίτερο. Αν δεν ασχοληθούμε με τη ρίζα του προβλήματος, δηλαδή με τον τρόπο τον οποίο γίνονται οι δουλειές στην Ελλάδα σήμερα, οι προτροπές που σχετίζονται με την προσωπική ηθική προσομοιάζουν με παραινέσεις του Κατηχητικού και έχουν την ανάλογη δραστικότητα.


Ο τρόπος που γίνονται οι δουλειές

Σε σχέση με το θέμα που διαπραγματευόμαστε, πίσω από τη λεγόμενη “άναρχη δόμηση” βρίσκεται ένα κανονικό σύστημα παραγωγής που διαθέτει πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και πολύ προβλέψιμα αποτελέσματα. Παρά το “πανηγύρι των εικόνων” του χτισμένου περιβάλλοντος το οποίο μπορεί να παραπέμπει σε μια παραπλανητική αίσθηση σχεδόν ελευθεριότητας, το σύστημα παραγωγής των κατασκευών αποδεικνύεται συχνά εξαιρετικά άκαμπτο και μονότροπο κι’ αυτό έχει αναπόφευκτα επίπτωση στο τελικό αποτέλεσμα.

Το πολύ δυναμικό αυτό σύστημα χαρακτηρίζεται από τη δυνατότητα για υπερεντατική παραγωγή, καλύπτει όλη τη μεταπολεμική περίοδο μέχρι σήμερα, και είναι από πολλές απόψεις ενιαίο. Αφορά, με παραλλαγές και διαβαθμίσεις βεβαίως, τα βόρεια και τα νότια προάστια, τα δυτικά και τα ανατολικά, τα δημόσια και τα ιδιωτικά έργα, τα νόμιμα και τα αυθαίρετα. Μια “πέραν του καλού και του κακού” ουσιαστική προσέγγιση αυτού του συστήματος παραγωγής θα μας διαφωτίσει για αρκετά χαρακτηριστικά του ελληνικού “χτισμένου τοπίου”, σε συνδυασμό με την εν γένει λειτουργία της ελληνικής κοινωνίας.

Ένα από τα δομικά χαρακτηριστικά του συστήματος στο οποίο η οικοδομή λειτουργεί ως όχημα πολλαπλασιασμού της υπεραξίας της γης, είναι αυτό που στη σύγχρονη οικονομική θεωρία ονομάζεται “εξωτερίκευση του κόστους” – δηλαδή προσπόριση κερδών με το φόρτωμα εξόδων από τους επιχειρηματίες στην ευρύτερη κοινωνία. Στο βιβλίο του “Το τέλος του κόσμου όπως τον γνωρίζουμε” ο στοχαστής Ιμμάνουελ Βαλλερστάιν (Wallerstein) εξηγεί διεξοδικά τη λειτουργία της εξωτερίκευσης του κόστους. Στις οικονομικά αναπτυγμένες χώρες της Δύσης, αυτή η “εξωτερίκευση του κόστους” μπορεί να μετακυλίεται σε άλλες, ασθενέστερες χώρες ή να περιχαρακώνεται σε συγκεκριμένες περιοχές, με μεγάλη ένταση είναι η αλήθεια (βιομηχανικά απόβλητα, μόλυνση του περιβάλλοντος, κλπ). Στα καθ’ ημάς, η “εξωτερίκευση” είναι διάχυτη, αφορά τους πάντες και τα πάντα. Όπως τα σούπερ μάρκετ έχουν μεγαλύτερο κέρδος όταν ξεφορτώνουν τα προϊόντα τους το μεσημέρι προκαλώντας ασφυξία στο κυκλοφοριακό, αντί να κάνουν τη δουλειά τους το βράδυ με υψηλότερο κόστος ή δεν κάνουν έξοδα για χώρους στάθμευσης, οπότε τα αυτοκίνητα των πελατών τους σκαρφαλώνουν στα πεζοδρόμια ή είναι αφημένα στη μέση του δρόμου, έτσι και ο ιδιοκτήτης ενός οικοπέδου που “το δίνει για πολυκατοικία” επωφελείται από τη στενότητα των πεζοδρομίων αλλά και από τη δυνατότητα κατασκευής πολλών ορόφων (“δώστε στον λαό τον αέρα για χτήσιμο!” ήταν το κλίμα στην εποχή της διδακτορίας) για να πουλήσει περισσότερα τετραγωνικά μέτρα κτιριακού χώρου.

Η υπόθεση των αυθαιρέτων είναι άκρως διαφωτιστική όσον αφορά τη σχέση μεταξύ κακοριζικιάς και κερδοφορίας αλλά και το ποσοστό του πληθυσμού το οποίο αφορά αυτή η σχέση. Η αυθαίρετη δόμηση αφορά πρακτικά ολόκληρη την Ελλάδα, από το Καματερό ως την Εκάλη, και από τη Μύκονο ως τη Λούτσα. Μπορεί να υπάρχουν μεγάλες διαφορές στην αξία ανά περιοχή – μια αυθαίρετη επέκταση δυο δωματίων στη Φιλοθέη ενδεχομένως ισοδυναμεί με έναν αυθαίρετο όροφο πολυκατοικίας στο Μενίδι -, αλλά ο μηχανισμός παραγωγής υπεραξίας είναι ο ίδιος και είναι προφανώς κυρίαρχος στις οικονομικές διαδικασίες της χώρας.

Πρέπει να επισημανθεί πως ανάλογοι μηχανισμοί λειτουργούν σε όλα σχεδόν τα πεδία της οικονομίας της χώρας – η οικοδομή είναι απλώς ένα από αυτά. Όλα αυτά συνιστούν ένα σύστημα παραγωγής και σχέσεων το οποίο μπορούμε να δώσουμε σχηματικά το όνομα “λαϊκό καπιταλισμό” ή “πρώιμο νεοφιλελευθερισμό των μικρομεσαίων” σε αντιδιαστολή με τον κυρίαρχο σήμερα νεοφιλελευθερισμό των μεγάλων.

Το κλειδί της γέννησης αυτού του συστήματος βρίσκεται στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Στα πλαίσια γενικότερων διεθνών εξελίξεων, όπως ο Ψυχρός Πόλεμος, αλλά και της ριζοσπαστικοποίησης του πληθυσμού μετά τον Πόλεμο και τον Εμφύλιο που κατέστησαν πρακτικά αδύνατη την επαναφορά στο μεσοπολεμικό κοινωνικό και οικονομικό καθεστώς, ο “λαϊκός καπιταλισμός” είναι ένα πολύ δυναμικό σύστημα που προσφέρει γρήγορα κάποιου είδους λύσεις. Βασικό του προσόν για τις περιστάσεις εφαρμογής του υπήρξε ότι το “επιχειρείν” δεν αφορά μόνο μια μικρή μειοψηφία, αλλά ένα ευάριθμο τμήμα του ενήλικου πληθυσμού. Οι εκφάνσεις αυτού του συστήματος πήραν πολλές μορφές : από τη δημιουργία της “τάξης των λεωφορειούχων”, μέχρι τους ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυμάτων αργότερα. Κεντρική αρτηρία όμως του συστήματος υπήρξε η οικοδομή, με κινητήρα την αντιπαροχή.

Ιδιαιτέρως ευνοϊκή παράμετρος για την εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος είναι ο τεράστιος κατακερματισμός της ιδιοκτησίας της γης στην Ελλάδα, αποτέλεσμα μιας σειράς ιστορικών εξελίξεων που σχετίζονται με τη φύση της Επανάστασης του 1821, τις συνεχείς αγροτικές εξεγέρσεις όπως αυτή του Κιλερέρ, τον Νόμο του Βενιζέλου που κατάργησε τα τσιφλίκια, κλπ. Ανάλογες προϋποθέσεις δεν φαίνεται να υπάρχουν σε πολλές χώρες, όπως για παράδειγμα, στη σημερινή Λατινική Αμερική. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί εκεί η πλατιά διαδεδομένη ανέχεια και ο εξ αυτής έντονος κοινωνικός αναβρασμός, ο πολύ γνωστός διεθνώς Περουβιανός οικονομολόγος Ερνάντο ντε Σότο προτείνει στο βιβλίο του “Το μυστήριο του κεφαλαίου”, ένα ανάλογης κατεύθυνσης σύστημα που να βασίζεται στην μικροεπιχειρηματικότητα – ξεκινώντας με την απόδοση τίτλων ιδιοκτησία των παραγκών τους στους κατοίκους των παραγκουπόλεων -, πλην όμως σε χώρες όπου ακόμα και η αγροτική ιδιοκτησία ανήκει σε μια ελάχιστη μειοψηφία τέτοιου είδους εξελίξεις δείχνουν ακατόρθωτες.


Ασχήμια και λαϊκός καπιταλισμός

Παρά τα αναμφισβήτητα πλεονεκτήματα του συστήματος που ονομάσαμε σχηματικά “πρώιμο νεοφιλελευθερισμό των μικρομεσαίων”, αναφορικά με την παραγωγή κάποιου είδους πλούτου δεν πρόκειται βέβαια παρά για τον φθηνό ή ακόμα και φτηνιάρικο τρόπο ανάπτυξης, ένα από τα βασικά γνωρίσματα του οποίου είναι ότι από την ασχήμια, δηλαδή την κακοριζικιά, “βγαίνουν λεφτά”.

Το σύστημα αυτό δεν ευνοεί την ουσιαστική δημοκρατία, την κοινωνία των πολιτών, τον επί της ουσίας δημόσιο διάλογο, τις κοινωνικές υποδομές ως δημόσια αγαθά υψηλής ποιότητας. Αντίθετα, ευνοεί τα “θολά νερά” και τις “γκρίζες ζώνες” – όπου μεγάλες ομάδες του πληθυσμού να ελπίζουν ότι “έχοντας καλές σχέσεις ” με τον κρατικό μηχανισμό μπορεί να ψαρέψουν έκτακτα – έστω και έκνομα – κέρδη. Εννοείται πως η Παιδεία και ο Πολιτισμός αναγκαστικά συναρτώνται με αυτό το σύστημα και υφίστανται τις στρεβλώσεις του.

Έχει σημασία πως, παρά το ότι από το σύστημα αυτό “βγαίνουνε λεφτά”, το πραγματικό επίπεδο ευημερίας προκύπτει μετά την αφαίρεση των ελλειπόντων ποιοτικών χαρακτηριστικών. Επί πλέον, επειδή πολλά από τα χαρακτηριστικά των κοινωνικοοικονομικών εξελίξεων προσομοιάζουν με κινούμενη άμμο – όπως τα περιγράφει παραστατικά στα βιβλία του περί “ρευστής νεωτερικότητας” ο διανοητής Ζίγκμουντ Μπάουμαν – πολύ συχνά αυτός που κερδίζει χρήματα “ψαρεύοντας στα θολά νερά” τα χάνει με ανάλογο τρόπο σε ένα σύστημα που λειτουργεί χωρίς σοβαρές κοινωνικές και θεσμικές υποδομές.

Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία από τα παραπάνω, είναι αυτό το σύστημα παραγωγής περνάει σοβαρή κρίση εδώ και μερικά χρόνια. Ο ένας λόγος είναι εσωτερικός : το σύστημα έχει “χτυπήσει στο ταβάνι”, αφού έχουν εξαντληθεί οι πόροι αυτού του είδους ανάπτυξης. Ο άλλος είναι εξωτερικός : όχι μόνο δεν υπάρχουν οι διεθνείς σκοπιμότητες της ψυχροπολεμικής εποχής ώστε να ευνοούνται τέτοιου είδους συστήματα, αλλά γενικά στον κόσμο του “νεοφιλευθερισμού των μεγάλων” η κατάσταση των μικρομεσαίων διαρκώς επιδεινώνεται. Αυτές οι διεθνείς τάσεις εξετάζονται διεξοδικά, μεταξύ άλλων στο βιβλίο του φημισμένου κοινωνιολόγου Ρίτσαρντ Σέννετ (Sennet) “Η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού”, που περιέχει τις διαλέξεις του συγγραφέα στο Πανεπιστήμιο Γέϊλ της Αμερικής.

Η χειρότερη προοπτική είναι και ο λαϊκός καπιταλισμός να καταρρεύσει και να μας αφήσει κληρονομιά τα δημιουργήματά του, όπως το δομημένο περιβάλλον, το σύστημα υγείας, τη δημόσια διοίκηση και την παιδεία. Μπορούμε όμως να συνεχίσουμε να παρακολουθούμε τις εξελίξεις απαθείς; Εδώ κρίσιμος είναι ο ρόλος της πολιτικής. Αλλά, μπορεί να υπάρξει σοβαρή πολιτική δραστηριότητα χωρίς στιβαρή θεωρία; Στον τομέα της θεωρίας στην Ελλάδα είμαστε απελπιστικά γυμνοί. Υστερούμε στη συστηματική και επί της ουσίας μελέτη των διεθνών θεωρητικών ρευμάτων και τάσεων, αλλά πρακτικά και στη λειτουργική θεωρητική αποτίμηση των ειδικών χαρακτηριστικών της ελληνικής κοινωνίας σε σχέση με τις δυνατές προοπτικές εξέλιξης της.


Κατάληξη

Οι άνθρωποι στην Ελλάδα δεν αστειεύονται ούτε υποκρίνονται όταν καταφέρονται κατά της ασχήμιας του χτισμένου τοπίου, δηλαδή κατά της κακοριζικιάς. Αλλά συχνά ο προφορικός λόγος είναι και το όριό τους. Είναι κατ’ αρχήν δύσκολο να προχωρήσουν σε δράσεις για ουσιαστική αλλαγή, επειδή όπως ήρθαν τα πράγματα αυτή είναι η δουλειά τους, έτσι βγάζουν το ψωμί τους, αλλά και επειδή αυτό το σύστημα φαίνεται να κυριαρχεί απόλυτα, όπως οι όψεις των πολυκατοικιών στο τοπίο.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει με ένα ίσως μεγάλο τμήμα ψηφοφόρων των κομμάτων εξουσίας. Οι άνθρωποι μιλάνε απαξιωτικά γι’ αυτά τα κόμματα και το εννοούν, αλλά παράλληλα τα ψηφίζουν για να “λύσουν το πρόβλημά τους”, δηλαδή να διοριστούν αυτοί ή τα παιδιά τους, να κάνουν δουλειές ή έστω για να έχουν κάποιον να τους σβήνει τις κλήσεις.

Το ζήτημα είναι ότι η παρούσα φάση της παροξυνόμενης οικονομικής κρίσης αναδεικνύει τα προβλήματα του μεταπολεμικού τρόπου παραγωγής, ακόμα και για όσους δεν θα ήθελαν να δούνε κατάματα την πραγματικότητα ή θα μπορούσαν να αγνοήσουν για μία ακόμα φορά την ποιότητα ζωής αρκεί “να βγαίνουνε λεφτά”. Τι θα γίνει τώρα που υπάρχει σοβαρή πιθανότητα ο “ελληνικός τρόπος παραγωγής” να σκάσει στα χέρια μας με κίνδυνο, η οπερέτα της μεταπολεμικής ανάπτυξης να μετεξελιχθεί σε τραγωδία;

Σε οποιαδήποτε περίπτωση, αν αυτό που επιθυμούμε είναι μια ποιοτική και δημιουργική ζωή για μας και τα παιδιά μας είναι κατεπείγον να αποκτήσουμε θεωρία και πολιτική. Χωρίς θεωρία και χωρίς πολιτική που να δίνουν αποδοτικό άξονα στις δράσεις μας, είναι ατελέσφορο απλώς να γκρινιάζουμε. Δεν πρόκειται να κάνουμε τίποτα έτσι. Και είναι ζήτημα τύχης το τι θα μας κάνουν.

ειδικών χαρακτηριστικών της ελληνικής κοινωνίας σε σχέση με τις δυνατές προοπτικές εξέλιξης της.


Δημοσίευση : 07.12.2008