Κίνηση στα τρία

Τα πυρηνικά και η (απούσα) νομοθεσία της παγκοσμιοποίησης
1 Νοεμβρίου 2013

Εικόνα του Felix Valloton.

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου

Η γυναίκα σήμερα είναι βέβαια σαφώς πάνω από τη μέση ηλικία. Στο απόγειο της καριέρας της, τότε που έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό, για κανένα δεν ήταν εύκολο να προσδιορίσει εύκολα την ηλικία της. Θα μπορούσε να είναι εξήντα, εβδομήντα, αλλά και πενήντα πέντε. Τα ριχτά βρώμικα ρούχα και η μαντίλα με τα ξεθυμασμένα χρώματα στο κεφάλι (η στολή της καθημερινής της απασχόλησης) κρύβανε τα χρόνια. Μαζί μ’ αυτά κρύβανε και τη σωματική της διάπλαση – αν και το πάχος της ακόμα κι’ αν ήθελε δεν γινόταν να το καλύψει.

Λειτουργούσε καθημερινά σε πολυσύχναστες περιοχές σχετικά υψηλών εισοδημάτων – προτιμούσε συνήθως αυτές με ακριβά μαγαζιά. Καθημερινά, πλην Κυριακής, και μόνο στις ώρες αιχμής, δηλαδή τέσσερις με πέντε ώρες την ημέρα. Ποτέ πριν από τις δώδεκα το μεσημέρι – μέχρι τότε μόνο λίγοι ξενέρωτοι άντρες με γραβάτα και τσάντα κυκλοφορούσαν, δεν ήταν αυτό το κοινό της -, όπως και ποτέ μετά τις πέντε το απόγευμα τον χειμώνα – τότε που άρχιζε να σκοτεινιάζει κι’ ο κόσμος αραίωνε. Την ενδιέφεραν κυρίως οι αργόσχολοι, αυτοί που ανακατευόταν με τους άλλους που ψώνιζαν, και οι δημόσιοι υπάλληλοι που παίρνανε άδεια από τη δουλειά τους για να τριγυρίσουν έξω μέχρι να ’ρθει η ώρα να πάνε στο σπίτι τους.

Πώς λειτουργούσε; Με ποιον τρόπο απευθυνόταν στο κοινό; Η ιδιαιτερότητά της έγκειται στο ότι δρούσε ασυνήθιστα. Δεν ήταν απ’ αυτές που πιάνανε μια γωνιά και ζητούσαν ελεημοσύνη, δεν πουλούσε χαρτομάντιλα ή φυλαχτά, δεν σε κυνηγούσε για να σου πει την τύχη σου, ούτε σου έδειχνε χαρτιά που γράφανε ότι ήταν άρρωστη.

Το χαρακτηριστικό της ήταν ότι βάδιζε στα τρία. Δηλαδή, πώς; Έγερνε ολόκληρη μπροστά και μαζί με τα δυο της κανονικά πόδια στηριζόταν και σε ένα μαύρο μπαστούνι. Αφού έβρισκε κατά κάποιο τρόπο την ευστάθειά της πατώντας στα τρία, έβαζε μπροστά τον δικό της μηχανισμό κίνησης. Κουνιόταν αργά χτυπώντας κάθε τόσο με θόρυβο το ραβδί στον δρόμο (προφανώς για να προκαλέσει την προσοχή) και επένδυε ηχητικά τη διαδικασία με κλαψουρίσματα και συγκεχυμένους ήχους. Το πάχος της λειτουργούσε ωε πλεονέκτημα κι’ έκανε πιο στιβαρή τη θεατρικότητα της κίνησής της.

Σε κάποιους θεατές έδινε την εντύπωση γυναίκας – φώκιας που αντί να προχωράει σέρνοντας την κοιλιά της κουνιόταν με αργό ρυθμό στηριζόμενη σημειακά σε τρία κατακόρυφα στηρίγματα, τα πόδια της και το ραβδί.

Βέβαια, αυτή η προσέλκυση της προσοχής είχε απελπιστικά μικρή διάρκεια. Γρήγορα όλοι απέστρεφαν το βλέμμα τους, αφού η δυσκοιλιότητα της αργόσυρτης κίνησης έξυνε τις ανασφάλειές τους. Δεν υπάρχει θηλαστικό – πραγματικό ή μυθολογικό – που να πατάει στα τρία. Υπάρχουν παράξενα πλάσματα με κέρατα στο μέτωπο ή με λωρίδες στο δέρμα και χρώματα, αλλά κανένα με τρία πόδια. Όταν για κάποιο λόγο πρέπει να φύγεις από τα δύο πας κατ’ ευθείαν στα τέσσερα, δεν βολεύει σε τίποτα ο μονός αριθμός.

Η θεμελιώδης απωθητικότητα της κίνησης, σε συνδυασμό με το ότι δεν υπήρχε εύκολος τρόπος να ρίξεις τον οβολό σου (η γυναίκα δεν έτεινε το χέρι, έπρεπε να χώσεις το δικό σου στη λιγδερή τσέπη), δεν άφηναν οποιαδήποτε αμφιβολία για την παταγώδη οικονομική αποτυχία του εγχειρήματος, όχι μόνο για τη συγκεκριμένη μέρα, αλλά για τον αιώνα τον άπαντα.

Οπότε; Ενδιαφερόταν πράγματι αυτή η γυναίκα να βγάλει λεφτά από αυτή την ιστορία; Τότε γιατί δεν άλλαζε τον τρόπο που απευθυνόταν στο κοινό; Δεν μπορεί στα τόσα χρόνια λειτουργίας της, κάποιος να μην τη συμβούλευσε για το σωστό. Εκτός κι’ αν πρόκειται για ένα από αυτά τα αγύριστα κεφάλια, που έχοντας εξασφαλίσει με κάποιο τρόπο τα απαραίτητα για την επιβίωση υλικά αγαθά, έπρεπε κατά τα άλλα να φορέσει στους άλλους, θέλουν δεν θέλουν, το δικό της.