

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου
Όταν ο διάσημος αμερικανός ηθοποιός Τζορτζ Κλούνεϊ ήρθε να συναντήσει το πνεύμα της Μελίνας Μερκούρη δηλώνοντας σε διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Βερολίνο για την προώθηση της ταινίας του "Μνημείων άνδρες" τον Φεβρουάριο του 2014 ότι τα Μάρμαρα του Παρθενώνα που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο πρέπει να επιστρέψουν στην Ελλάδα, επανέφερε στο προσκήνιο ένα ζήτημα που απασχολεί την Ευρώπη από την εποχή των μεγάλων αυτοκρατοριών και της αποικιοκρατίας: "Αν είναι να σωθεί το παρελθόν, ποιανού παρελθόν είναι αυτό και ποιός έχει το καθήκον να το σώσει;"
Φορτώνοντας αιγυπτιακές αρχαιότητες από το Λούξορ για να μεταφερθούν στο Παρίσι κατά τη διάρκεια της κατοχής της Αιγύπτου από τον Ναπολέοντα (1798-1802), ένας γάλλος αξιωματικός δήλωσε: "Η αρχαιότητα είναι ένας κήπος που ανήκει σ’ αυτόν που τον καλλιεργεί και συλλέγει τους καρπούς του." Αν και η δήλωση αυτή έγινε για να δικαιολογήσει τη λαφυραγώγηση, απηχεί παράλληλα και την αντίληψη ότι οι ευρωπαίοι έδωσαν το "φιλί της ζωής" σε πεθαμένους – για τους κατοίκους των περιοχών όπου κάποτε αναπτύχθηκαν – πολιτισμούς. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της συλλογής ιστοριών και παραμυθιών από τη Μέση Ανατολή και τη Νότια Ασία "Χίλιες και μία νύχτες". Οι ιστορίες συγκεντρώθηκαν και αποδόθηκαν στα αραβικά κατά τη διάρκεια της Ισλαμικής Χρυσής Εποχής. Ενώ λοιπόν από την εποχή που ο γάλλος Αντουάν Γκαλάν (1704-1717) και ο βικτωριανός εξερευνητής και πολεμιστής σερ Ρίτσαρντ Μπάρτον (1885) γνώρισαν στο ευρωπαϊκό κοινό το έργο μέσα από δικές τους διασκευές η συλλογή αυτή αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή αναγνώσματα στο δυτικό κόσμο και επηρέασε πολλούς συγγραφείς, από τον Εντγκαρ Αλάν Πόε ως τον Μπόρχες, η λογοτεχνική παράδοση του αραβικού κόσμου έχει αποδώσει μικρή σημασία στις "Χίλιες και μία νύχτες", αντιμετωπίζοντάς τις ακόμα και σήμερα σχεδόν με περιφρόνηση.
Πάντως, πέρα από το πολύ ενδιαφέρον ζήτημα του "πώς μπορεί να γονιμοποιηθεί ένα χέρσο πια χωράφι", έστω και με τρόπο μη "αυθεντικό", ο πατερναλισμός στη συμπεριφορά των εκπροσώπων των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών είναι σαφής. Ο Λόρδος Κέρτσον (Lord Curzon), αντιβασιλέας των Ινδιών, δήλωνε το 1900:"Μία ράτσα σαν τη δική μας, που είμαστε ξένοι σ’ αυτόν τον τόπο, είναι καταλληλότερη για τη φύλαξη, χωρίς πάθος και με αμεροληψία, των ερειπίων παλαιότερων εποχών, έργων ενδεχομένως ανταγωνιστικών αντιλήψεων, παρά να αφήσουμε αυτή την πρόνοια στους απόγονους των αντιμαχόμενων φυλών που τα δημιούργησαν ή στους πιστούς σε δόγματα αντίπαλων θρησκειών". Πρόκειται βεβαίως για την άποψη του κυρίαρχου που στέκεται υπεράνω των διαμαχών μεταξύ των υποτελών του και εντάσσει την πολιτιστική κληρονομιά τους στο δικό του κοσμοσύστημα.
Οφείλουμε πάντως να αναγνωρίσουμε στον Λόρδο Κέρτσον ότι στην ίδια ομιλία του δήλωσε: "Αν υπάρχει κάποιος που θα μου πει ότι μία Χριστιανική κυβέρνηση σαν τη δική μας δεν έχει καθήκον να συντηρήσει τα μνημεία της ειδωλολατρικής τέχνης ή τους ναούς αλλότριων θρησκειών, δεν θα σταματήσω να διαφωνώ με έναν τέτοιο άνθρωπο. Η τέχνη και η ομορφιά και ο σεβασμός που οφείλεται σε όλα όσα έχει παράγει η ανθρώπινη μεγαλοφυΐα ή έχει εμπνεύσει η πίστη των ανθρώπων είναι ανεξάρτητα από τις θρησκείες και τα δόγματα". Ο Κέρτσον επέβλεψε προσωπικά την αναστήλωση του Ταζ Μαχάλ (Taj Mahal) και άλλων μνημείων στην Ινδία και το 1904 πέρασε τον Νόμο περί διατήρησης των αρχαίων μνημείων, ο οποίος συνιστά τη βάση και της σημερινής πολιτικής της διατήρησης στην Ινδία. Αυτός αποτέλεσε τη βάση για την ψήφιση ανάλογου νόμου στην Βρετανία το 1882 και στη Γαλλία το 1913.
Η στάση αυτή είναι στον αντίποδα της μισαλλόδοξης πολεμικής στάσης της "πολιτιστικής κάθαρσης" (cultural cleansing), όπου οι καταστροφές των μνημείων ή και ολόκληρων οικισμών ταυτίζονται με απόπειρες ακύρωσης του παρελθόντος των υπό επίθεση λαών : από τους Ρωμαίους που "έσβησαν από τον χάρτη" πόλεις όπως η Καρχηδόνα, η Ιερουσαλήμ ή η Κόρινθος, ως τους Ισπανούς κατακτητές του Νέου Κόσμου που ισοπέδωσαν την πρωτεύουσα των Αζτέκων, ένα από τα μεγαλύτερα πολεοδομικά συγκροτήματα του πλανήτη εκείνη την εποχή ή την καταστροφή της Σμύρνης το 1922. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει να επιδείξει τον μεγαλύτερης έντασης από ποτέ αφανισμό της πολιτισμικής "χτισμένης" κληρονομιάς με τους μαζικούς βομβαρδισμούς των πόλεων, από το Λονδίνο, το Βερολίνο και το Ρόττερνταμ, ως τη Δρέσδη και το Κόβεντρυ και βεβαίως τις χτυπημένες με ατομική βόμβα ιαπωνικές πόλεις Χιροσίμα και Ναγκασάκι. Στην Ελλάδα είχαμε την εξάλειψη πρακτικά μεγάλου μέρους των υλικών ιχνών του "πολιτισμού των βουνών" που άνθισε στον ορεινό όγκο της Ελλάδας σε προηγούμενους αιώνες, με τη δήωση τεράστιου αριθμού χωριών από τα ναζιστικά στρατεύματα την περίοδο της Κατοχής.
Μετά το τέλος αυτού του καταστρεπτικού Πολέμου δόθηκε πανευρωπαϊκά μεγάλη έμφαση στα μνημεία και τη διατήρηση ή και αναστήλωσή τους. Η τάση αυτή μολονότι αρχικά είχε να κάνει με την αποκατάσταση της πληγωμένης από τον Πόλεμο "εθνικής τιμής και συλλογικής μνήμης" (η κατεστραμμένη Βαρσοβία, για παράδειγμα, ξαναχτίστηκε στο πρότυπο της προπολεμικής) στη συνέχεια και κατά τη διάρκεια της μεγαλύτερης περιόδου ειρήνης στην πρόσφατη ευρωπαϊκή ιστορία αυτή εξελίχθηκε σε βασική συνιστώσα της τουριστικής βιομηχανίας. Η μεγάλη αύξηση της μεσαίας τάξης και η επέκταση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, μαζί με τη διευκόλυνση των διακοπών, των ταξιδιών και τη διάθεση των λαών να γνωρίσουν τους γείτονές τους και τα σύμβολά τους ενίσχυσαν αποφασιστικά αυτή την τάση.
Τα μνημεία στον 21ο αιώνα
Ενώ η κυρίαρχη αίσθηση στην Ευρώπη σήμερα είναι ότι η μεταπολεμική στάση έναντι των Μνημείων είναι πια μία παγιωμένη διανοητική σταθερά στη διαχείριση των υλικών ιχνών του παρελθόντος των ανθρώπινων κοινωνιών, στην πραγματικότητα η φορά των εξελίξεων είναι πολύ διαφορετική. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αρχαιολογικές αποστολές άλλων χωρών που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα – κρίσιμο κόμβο των αρχαιοτήτων πανευρωπαϊκά – έχουν πολύ περιορίσει ή και πρακτικά σταματήσει τα ανασκαφικά προγράμματα, ενώ κάποιες μπορεί ακόμα και να διακόψουν τη λειτουργία τους.
Στον καιρό της "κρίσης" των περικοπών και του οικονομισμού (τί βγάζουμε από αυτά;) το μέλλον των Μνημείων τίθεται σε αμφισβήτηση. Και ενώ τα Μνημεία έχουν μία προϊστορία στο "να βγάζουν τα λεφτά τους", όπως γράψαμε παραπάνω π.χ. από τον τουρισμό, πλην όμως με την καταπληγιασμένη μεσαία τάξη και το τέλος την κοινωνίας των καταναλωτών όπως τη γνωρίσαμε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι εξελίξεις μάλλον σπρώχνουν σε ευκολίες του τύπου της επαφής με τις αρχαιότητες μέσα από εμπορικά θεματικά πάρκα στο κλίμα "γνωρίστε τη Ρώμη μέσα από το Πάρκο Αστερίξ" ή ακόμα και μέσα από ηλεκτρονικές προσομοιώσεις των μνημείων και του περιβάλλοντός τους.
Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στον στενό οικονομισμό. Στον πλανήτη απλώνεται παντού ένα αόρατο χαλί μιας μονοτροπικότητας που τυλίγει και σκεπάζει σταδιακά όλες τις πτυχές της κοινωνικής και ατομικής ζωής – παρά τη φιλολογία περί πολυπολιτισμού ή του σεβασμού του "άλλου", της διαφορετικότητας κλπ. Σε αναλογία με τη φύση που μας περιβάλλει και στην οποία παρατηρείται σήμερα ραγδαία μείωση της βιοποικιλίας, σε συνδυασμό με την εξάπλωση των γενετικά μεταλλαγμένων φυτών, μία επιβεβλημένη ομοιομορφία μέσων και τρόπων απλώνεται τόσο πολύ που μπορεί να είναι προάγγελος φαινόμενων ολοκληρωτισμού στην πολιτική. Σε έναν τέτοιο κόσμο, η ύπαρξη των Μνημείων καθ’ εαυτή μπορεί να γίνει ακόμα και ενοχλητική, κάτι σαν "σκόνη που εμποδίζει τη λειτουργικότητα της μηχανής", καθώς συνιστούν μια χειροπιαστή απόδειξη ότι έχουν υπάρξει κόσμοι διαφορετικοί από τον δικό μας και μάλιστα σε τέτοια ποικιλία δομών και εκφάνσεων που επί της ουσίας αδυνατίζουν το κυρίαρχο μοτίβο του τύπου "δεν υπάρχει εναλλακτική".
Εφόσον ισχύει κάτι τέτοιο, δεν θα είναι καν τα "θεματικά πάρκα" η κυρίαρχη τάση, αλλά η ολοκληρωτική πλέον ένταξη των ιχνών του παρελθόντος στον κόσμο του θεάματος με αναπαραστάσεις εικονικής φαντασίας. Όμως, δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως στον αντίποδα του εικονικού βρίσκεται η εδραία υλικότητα των μνημείων. "Οι πέτρες έχουν φωνή και μιλάνε!" έγραφε ο Διονύσιος Σολωμός και φρόντιζε να μας υπενθυμίζει ο σπουδαίος αρχιτέκτονας Άρης Κωνσταντινίδης. Αρκεί να ακούσεις – μεταξύ των πολλών άξιων ελλήνων και ξένων αρχαιολόγων – τον Μανόλη Κορρέ, επικεφαλής των έργων αναστήλωσης της Ακρόπολης, να εξηγεί πώς λύνοντας το αίνιγμα μιας σύνδεσης μεταξύ δύο δομικών στοιχείων προσεγγίζει κανείς τον βαθύτερο τρόπο σκέψης και επομένως τον πολιτισμό των αρχαίων: ένας κρυμμένος θησαυρός τρόπων και πολιτισμού είναι με αυτή την έννοια τα μνημεία.
Υπέρ μιας δημιουργικής προσέγγισης
Δεν είναι απαραίτητο όλα τα προϊόντα της τάσης της μονοτροπικότητας που προαναφέρθηκε να έχουν αρνητικό πρόσημο. Ποιός μπορεί να αρνηθεί τα καλά μιας – ακόμα και ρηχής – διασκέδασης που θα τον ξεκουράσει από τις έγνοιες της καθημερινότητας; Μόνο που αυτό δεν έχει σχέση με τη μύηση στις αιχμές των παρελθόντων πολιτισμών, μία μύηση στην οποία τόσα χρωστάει η ευρωπαϊκή κοινωνία από την εποχή της Αναγέννηση ως τις μέρες μας. Υπέρ αυτής της μύησης επιχειρηματολογεί ο καθηγητής Θεοδόσης Π. Τάσιος, τονίζοντας “την ανάγκη διατήρησης εξαίρετων φυσικών αγαθών, την ανάγκη ανάμνησης της συλλογικής Ιστορίας, τη συντήρηση τεχνημάτων μεγάλης αξίας.”
Είναι απαραίτητο λοιπόν να βρούμε αντίδοτα σ’ αυτή τη διαφαινόμενη τάση πολιτιστικής ρηχότητας. Τα αντίδοτα, αυτά μπορούμε να τα βρούμε στα πιο απίθανα πεδία. Όπως λέει ο Ζαν-Μαρί Πελτ, από τους συγγραφείς του βιβλίου "Η ωραιότερη ιστορία των φυτών", σε σχέση με την εξάπλωση της μονοτροπικότητας στη φύση: "Εγώ έχω εμπιστοσύνη στη ζωή, κρύβει πολλούς άσσους στο μανίκι της. Δείτε, στις αναπτυγμένες χώρες, την εκπληκτική άνοδο της κηπουρικής δραστηριότητας. Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό πολιτισμικό φαινόμενο. Σε κάποια ψυχιατρικά νοσοκομεία μάλιστα, υπάρχουν σήμερα θεραπευτικοί κήπου: η ανάγκη της φύσης είναι τόσο μεγάλη στον άνθρωπο, ώστε ένας κήπος μπορεί να τον βοηθήσει να γίνει καλά…"
Η ευρηματικότητα λοιπόν των ανθρώπων που επιθυμούν να ζήσουν μία κατά το δυνατόν μεστή και δημιουργική ζωή, μπορεί να βρει ευκαιρίες για μια νέα θέαση των μνημείων. Πρώτα απ’ όλα, η απαλλαγή τους από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της εμπορικότητας και του μαζικού τουρισμού μπορεί να έχει και τα καλά της : να απελευθερώσει δηλαδή άλλες διαστάσεις, όπως είναι για παράδειγμα η ποιητική των ερειπίων. Παραφράζοντας με ηθελημένα μεγάλη δόση υπερβολής τον Christofer Woodward, διευθυντή του Μουσείου του Μπαθ και συγγραφέα του βιβλίου "In Ruins": "Όπου έρχονται αυτοί που θα ετοιμάσουν το μνημείο για να παραδοθεί στον τουρισμό, φεύγουν οι ποιητές…"
Συναφής με την ποιητική των ερειπίων είναι και ο νέος συμβολισμός με τον οποίο μπορούν να επενδυθούν τα μνημεία, ένας συμβολισμός διαφορετικός από αυτόν της εποχής που κατασκευάστηκαν – δεν μπορείς να αναβιώσεις τις αρχαίες λατρείες, ούτε μπορείς να δει τα τείχη του Ηρακλείου με τον τρόπο που τα έβλεπαν οι Ενετοί, δηλαδή ως αμυντικά έργα, πολύ περισσότερο που έχουν πια επιχωματωθεί και λειτουργούν ως τοιχεία αντιστήριξης για τις μεταπολεμικές πολυκατοικίες που κτίστηκαν εκεί – αλλά που να ανταποκρίνεται με ποικίλους τρόπους σε υψιπετείς ανάγκες των σύγχρονων κοινωνιών. Είτε όπως στον καιρό της Κατοχής η Ακρόπολη στα πλαίσια του αγώνα των λαών της Ευρώπης κατά του ναζισμού έδωσε με την ευρωπαϊκή ακτινοβολία της ειδικό βάρος, στην τολμηρή ενέργεια του Μανώλη Γλέζου και του Λάκη Σάντα να κατεβάσουν τη σημαία των χιτλερικών, είτε όπως η κοινότητα του Μυρόφυλλου στην Πίνδο που αγκάλιασε το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου και επέβαλλε εργασίες ώστε να διατηρηθεί το διαχρονικό σύμβολό τους ακόμα και όταν η περιοχή κατακλυστεί από το νερό του φράγματος της Μεσοχώρας ή όπως οι κάτοικοι του Αιγίου που επιμένουν πεισματικά μέσα στην κρίση να αναστηλώσουν τον κατεστραμμένο από τον σεισμό Ναό των Εισοδείων της Θεοτόκου, έργου του Τσίλλερ, ως δείγμα της θέλησής τους να μείνουν όρθιοι μέσα στις δυσκολίες, ή όπως οι κάτοικοι του Μόσταρ στη Βοσνία που επέμεναν να ξαναχτίσουν την κατεστραμμένη από τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας αρχαία γέφυρα που λειτουργούσε ως σύμβολο της ενότητας και συνεννόησης των σύνοικων εθνοτήτων της περιοχής.
Τα μνημεία λοιπόν, δεν έχουν τελειώσει. Είτε ως αφορμή για ποιητική ενατένιση, είτε ως βάση για μία σύγχρονη συλλογική έμπνευση ή την εδραίωση του φρονήματος σε δύσκολες εποχές, θα είναι εκεί για να μας υπενθυμίζουν ότι ο κόσμος της ανθρωπότητας δεν είναι μόνο ο σημερινός: δεν είμαστε μόνοι μας και δεν ερχόμαστε από το πουθενά!
Δημοσίευση : Τεύχος 42, Απρίλιος 2014
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Είναι σαφές ότι η βιβλιογραφία για τα μνημεία είναι τεράστια. Παρακάτω μνημονεύονται μόνο τα βιβλία που σχετίζονται με το ειδικό περιεχόμενο αυτού του άρθρου.
"Η στέγη του Ηρωδείου και άλλες γιγάντιες γεφυρώσεις", Μανόλης Κορρές, Εκδόσεις Μέλισσα, 2014
"From plunder to preservation – Britain and the heritage of empire c. 1800-1940", Astrid Swenson and Peter Mandler, editors, Oxford University Press/British Academy, 2014.
"Feral – searching for enchantment on the frontiers of rewilding, George Monbiot, Allen Lane, 2013".
"Classical Spies: American Archeologists with the OSS in World War II Greece", Susan Heuck Allen, University of Michigan Press, 2011.
"The destruction of memory – Architecture at War", Robert Bevan, Reaktion Books, 2006.
"Αξιολογικά προβλήματα κατά τη δομητική αποκατάσταση των μνημείων", Θ. Π. Τάσιος, Εκδόσεις Λύχνος, 2006
"The future of the past – how the Information Age threatens to destroy our cultural heritage", Alexander Stille, Picador, 2002.
"In Ruins", Christofer Woodward, Vintage, 2001.
"Η ωραιότερη ιστορία των φυτών" των J.M.Pelt – M.Mazoyer – T.Monod – J.Girardon, Εκδόσεις "Κριτική", 2000.