
του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου
Από τις αρχές της δεκαετίας του '60, μόλις 15 ή 20 χρόνια μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, στις μεγάλες πόλεις του κόσμου άρχισε η ανέγερση νέων μνημειακών κατασκευών. Στον αντίποδα ή, κατά μία άλλη εκδοχή, συμπληρωματικά του κινήματος για τη διατήρηση των παλαιών κτιρίων στο ιστορικό κέντρο των πόλεων, με τα «μεγάλα έργα» (όπως επικράτησε να λέγονται οι νέες αυτές μνημειακές κατασκευές από την εποχή των Grand Projects του προέδρου Μιτεράν στο Παρίσι της δεκαετίας του '80) επιχειρείται να εκφραστεί κατά το δυνατόν «το πνεύμα της σύγχρονης εποχής». Η διάδοση αυτών των έργων είναι μεγάλη: από την Οπερα του Σίδνεϋ (1958) ως το Μουσείο Guggenheim του Bilbao στην Ισπανία (1997), όχι μόνο συνεχίζουν να φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια στις μεγάλες πόλεις, αλλά συναγωνίζονται κιόλας σε δημοσιότητα τα έργα του Χόλιγουντ. Η επιτυχία τους οφείλεται στο ότι δίνουν υψηλού επιπέδου απαντήσεις στις νέες ανάγκες (πολιτιστικές, αθλητικές, ψυχαγωγικές και άλλες) των εξελιγμένων κοινωνιών, καταφέρνοντας μάλιστα «να βγάζουν τα λεφτά τους» με την προσέλκυση μεγάλου αριθμού επισκεπτών, με την εξύψωση του κύρους της πόλης ή της χώρας που τα διαθέτει κλπ.
Το βέβαιο είναι ότι αυτά τα «μεγάλα έργα» συνιστούν εκ των πραγμάτων ένα από τα κορυφαία πεδία δημιουργίας της ανθρωπότητας στα τέλη του 20ού αιώνα. Η «υλική βάση» της διάδοσής τους είναι η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας των δομικών υλικών και των κατασκευαστικών τεχνικών από το 1950 και μετά, ενώ το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό τους είναι η τολμηρή αισθητική καθώς μάλιστα λειτουργούν ως πεδίο συνεχών γόνιμων πειραματισμών με κάθε φορά καλύτερα ή χειρότερα αποτελέσματα, αλλά πάντως εξαιρετικά ενδιαφέροντα.
Ενώ ο κεντρικός ρόλος των αρχιτεκτόνων στον σχεδιασμό αυτών των έργων είναι αναγνωρισμένος όχι μόνο από τον στενό κύκλο των ειδικών αλλά και από το ευρύτερο κοινό, το οποίο έχει συχνά την ευκαιρία να ενημερωθεί για τις ιδέες τους, αντίθετα η επαφή των αφανών συνδημιουργών πολιτικών μηχανικών με το ευρύτερο κοινό παρουσιάζει ως τώρα σοβαρή υστέρηση, και αυτό είναι ένα σοβαρό κενό στην αντίληψή μας γι' αυτά τα έργα.
Καθώς λοιπόν η σχετική βιβλιογραφία είναι πολύ περιορισμένη (στην Ελλάδα όπου η εικόνα του πολιτικού μηχανικού συνδέεται συνήθως μονοσήμαντα με την ιδιότητα του εργολάβου οικοδομών είναι ανύπαρκτη), η συλλογή δοκιμίων του Peter Rice An Engineer Imagines συνιστά μια σπάνια και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνεισφορά στον κόσμο των ιδεών αυτού του πεδίου, αφού συνοψίζει τους φιλοσοφικούς αλλά και τεχνολογικούς προβληματισμούς σχετικά με τον σχεδιασμό των σύγχρονων κατασκευών από τη σκοπιά του μελετητή πολιτικού μηχανικού. Το βιβλίο άρχισε να ετοιμάζεται από τον Rice αφού προσεβλήθη από ανίατη ασθένεια («μόνο τότε βρήκε τον χρόνο να ασχοληθεί» όπως γράφεται χαρακτηριστικά στον πρόλογο), και εκδόθηκε μετά τον θάνατό του.
Ο συγγραφέας του βιβλίου δεν είναι ένας τυχαίος μηχανικός. «Ο Peter Rice» λέει ο φημισμένος αρχιτέκτων Renzo Piano, με τον οποίο ο Rice συνεργάστηκε για μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα κτίρια του κόσμου τα τελευταία 25 χρόνια, «σχεδίαζε τις κατασκευές σαν τον πιανίστα που παίζει με κλειστά τα μάτια. Αντιλαμβανόταν τη φύση των υλικών των κατασκευών τόσο καλά, ώστε να μπορεί να βρίσκει τις εναλλακτικές δυνατότητες πέρα από τα όρια του προφανούς». Γενικότερα, η συνεργασία του Rice και με άλλους επιφανείς αρχιτέκτονες όπως ο Norman Foster, o Richard Rogers, o ΙΜ Pei, o Kenzo Tage και άλλοι υπήρξε ιδανική. Στα δοκίμιά του The role of the Engineer και The Chameleon Factor ασχολείται με τα χαρακτηριστικά των επιτυχημένων συνεργασιών μεταξύ πολιτικού μηχανικού και αρχιτέκτονα. Οπως γράφει: «Η διαφορά μεταξύ αρχιτέκτονα και μηχανικού βρίσκεται στο ότι στα πλαίσια ενός έργου η λειτουργία του αρχιτέκτονα είναι κυρίως δημιουργική (creative), ενώ του μηχανικού επινοητική (innovative). Ο αρχιτέκτονας, όπως ο καλλιτέχνης, έχει μια προσωπική, υποκειμενική θεώρηση, ενώ ο μηχανικός αναζητά τρόπους για τον μετασχηματισμό του προβλήματος έτσι ώστε να διατυπωθεί με "αντικειμενικούς" όρους, όπως είναι οι ιδιότητες των υλικών, της κατασκευής κλπ. Αυτή η διάκριση ανάμεσα στη δημιουργία και στην επινόηση είναι το κλειδί για την κατανόηση της διαφοράς μεταξύ μηχανικού και αρχιτέκτονα, και για το πώς μπορούν να δουλέψουν και οι δύο για το ίδιο έργο συνεισφέροντας με διαφορετικό τρόπο».
Ιρλανδός στην καταγωγή, εκ των διευθυντών της μεγάλης μελετητικής εταιρείας Ove Arup and Partners, ο Peter Rice (1935-1992) υπήρξε ένας από τους πιο καταρτισμένους και ευφάνταστους πολιτικούς μηχανικούς μελετητές κτιριακών έργων του 20ού αιώνα. Εργα όπως η Οπερα του Σίδνεϋ (ήταν το πρώτο έργο για το οποίο εργάστηκε σε ηλικία 23 ετών), το Centre Pombidou (Beaubourg), η Αψίδα της Defense και η Πυραμίδα του Λούβρου στο Παρίσι, το κτίριο των Lloyd's στο Λονδίνο, το αεροδρόμιο Stansted και το διεθνές αεροδρόμιο Kansai στην Ιαπωνία θα ήταν πολύ διαφορετικά χωρίς τη δημιουργική συμβολή του Peter Rice στον σχεδιασμό τους.
Αρκετά από τα δοκίμια του βιβλίου αναφέρονται ακριβώς στη δημιουργική διαδικασία της σύλληψης και υλοποίησης σημαντικών έργων (The Fiat experience, Details: steel at Beaubourg - concrete at Lloyd's, Stone: Pavilion of the future, Seville κλπ.). Καθώς το βιβλίο δεν είναι εγχειρίδιο για την επίλυση τεχνικών προβλημάτων, αλλά η καταγραφή μιας προσωπικής περιπέτειας στον κόσμο των κατασκευών, οι αναφορές στα έργα του είναι πολύ ενδιαφέρουσες. Στο δοκίμιό του για το Beaubourg στο Παρίσι το οποίο ήταν από τα πρώτα μεγάλα έργα μη συμβατικής αισθητικής στη Γαλλία καταλήγει: «Το Centre Pompidou σε άλλους μπορεί να αρέσει και σε άλλους να μην αρέσει. Οπωσδήποτε είναι πολλοί αυτοί στους οποίους δεν αρέσει, και αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι η τραχύτητα που αποπνέει το κτίριο θα ήταν πιο συμμαζεμένη αν οι μελετητές του το ξανασχεδίαζαν σήμερα. Ελπίζω όμως ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι άξιζε τον κόπο να γίνει το κτίριο. Ηταν κατά κάποιον τρόπο ένα αναγκαίο βήμα, μια απαραίτητη αποδοχή της πραγματικότητας του τεχνολογικού κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε, προκειμένου να τον τιθασεύσουμε και να τον κάνουμε δικό μας. Αυτό είναι, ελπίζω, το νόημα πίσω από τα τεχνικά έργα: η προσπάθεια να κάνουμε την τεχνολογία οικεία και σαφώς ανθρώπινη». Σε άλλα δοκίμια του βιβλίου καλύπτεται ένα μεγάλο φάσμα προβληματισμών σχετικά με τον σχεδιασμό των κτιριακών έργων: από τη θεώρηση των ιδεών άλλων μεγάλων μηχανικών του 20ού αιώνα, όπως του Ove Arup και του Jean Prouv, με τους οποίους είχε την τύχη να συνεργαστεί, ως την επισήμανση της στρεβλής επίδρασης που μπορεί να έχει η φωτογράφιση των κτιρίων τόσο στον τρόπο με τον οποίο το κοινό προσλαμβάνει την αρχιτεκτονική, όσο ακόμη και στην κατεύθυνση που δίνεται στον σχεδιασμό κάποιων κτιρίων προκειμένου να επηρεάσουν διά των φωτογραφιών το κοινό (The Critic and the Photograph).
Σε άλλο δοκίμιό του (Working with Industry) ασχολείται με τη δύναμη της κατασκευαστικής βιομηχανίας. Οπως γράφει χαρακτηριστικά: «Η βιομηχανία των κατασκευών είναι μία από τις μεγαλύτερες και ισχυρότερες βιομηχανίες του δυτικού κόσμου... Στην πραγματικότητα, τα περισσότερα σύγχρονα κτίρια προκύπτουν περισσότερο ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης της κατασκευαστικής τεχνολογίας, παρά ως προϊόν μελέτης αρχιτεκτόνων ή πολιτικών μηχανικών... Το ζήτημα είναι ότι η κατασκευαστική βιομηχανία όντας μεγάλη και ισχυρή μπορεί να χρησιμοποιήσει τη δύναμή της για να αλλάξει τους κανόνες έτσι ώστε να την εξυπηρετούν. Το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της βιομηχανίας των κατασκευών είναι η πολιτική της φύση. Η "άδεια να χτίσεις" είναι πάντα μια πολιτική απόφαση και σε πολλές χώρες οι "μεγάλοι παίκτες" μπορεί να έχουν τεράστια επιρροή στις σχετικές αποφάσεις... Σήμερα υπάρχει σαφώς η τεχνολογική δυνατότητα να χτιστούν ολόκληρες πόλεις σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Οι κατασκευαστές έχουν τη δυνατότητα να γκρεμίσουν και να ξαναχτίσουν όλες τις υπάρχουσες κατασκευές... Αυτή η απίστευτη αποδοτικότητα διαρκώς πολλαπλασιάζεται. Ο μόνος τρόπος να απορροφηθεί και να ελεγχθεί αυτή η δύναμη είναι διά της πολυπλοκότητας. Η κατασκευή πρέπει αναπόφευκτα να γίνει πιο πολύπλοκη, ώστε να απορροφά τις ενέργειές μας και να μας απασχολεί πλήρως».
Βιβλία σαν αυτή τη συλλογή δοκιμίων του Peter Rice είναι πολύτιμα, επειδή κατ' αρχήν συμβάλλουν καθοριστικά στη συνειδητοποίηση των μελών του τεχνικού κόσμου ως προς τις δυνατότητες άσκησης του επαγγέλματός τους με δημιουργικό τρόπο. Για τον έλληνα τεχνικό προκύπτουν αρκετές αφορμές για προβληματισμό: ότι δηλαδή ακόμη και τα τολμηρότερης αισθητικής έργα δεν προκύπτουν ως αποτέλεσμα απλώς εικαστικών ή γλυπτικών αναζητήσεων, αλλά εμπεριέχουν τη βαθιά γνώση της διαθέσιμης τεχνολογίας και των ορίων της. Προκύπτει επίσης ότι το περιβάλλον σύλληψης και υλοποίησης των «μεγάλων έργων» χαρακτηρίζεται από μια μεγάλη εμβάθυνση στην «κουλτούρα των κατασκευών», η οποία βέβαια συναρτάται και με το υψηλό επίπεδο τεχνολογικής επάρκειας της κατασκευαστικής βιομηχανίας. Το βιβλίο όμως έχει και γενικότερο ενδιαφέρον: μόνον όταν η κοινωνία αντιληφθεί καλύτερα τη διαδικασία παραγωγής των κτιριακών έργων, θα μπορέσει να έχει ουσιαστική άποψη αλλά και επιρροή στον τρόπο με τον οποίο δημιουργείται το «χτισμένο περιβάλλον» μέσα στο οποίο καλείται να ζήσει και να εργαστεί.
Peter Rice
An Engineer Imagines
Εκδόσεις Watson-Guptill Publications, 1998, σελ.208.
Δημοσίευση : 04.10.1998