

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου
Ο κόσμος αλλάζει και μαζί του αλλάζουν οι κατασκευές. Από την εποχή που οι άνθρωποι σταμάτησαν να ζουν στις σπηλιές και μέχρι τη δεκαετία του 1950, κάθε φορά που χτίζανε το σπίτι τους «για να βάλουν το κεφάλι τους κάτω από μια στέγη» ή μια γέφυρα, για να πάνε στη δουλειά τους, ήταν βέβαιοι ότι αυτή η κατασκευή δεν προοριζόταν μόνο για τους εαυτούς τους, αλλά και για τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονά τους.
Μπορεί κανείς να πει ότι το ίδιο ισχύει και σήμερα ; Μάλλον απίθανο. Ένας πολύ γνωστός Άγγλος Αρχιτέκτων λέει χαρακτηριστικά ότι ο λόγος που δεν υπάρχουν καρτ-ποστάλ για το Τόκιο, την πρωτεύουσα της Ιαπωνίας, είναι ο πολύ μεγάλος αριθμός των κτιρίων που διαρκώς ανεγείρονται ή κατεδαφίζονται, έτσι ώστε να μην μπορεί να νοηθεί μία ενιαία και σταθερή εικόνα για τη πόλη. Μα, το ίδιο συμβαίνει και στην Ελλάδα. Σε αρκετές ελληνικές πόλεις οι παλιές εκκλησίες είναι τα μόνα σταθερά σημεία πολεοδομικής αναφοράς, αφού κατά τα άλλα σε διάστημα μόνο τριάντα - σαράντα ετών το χτισμένο περιβάλλον έχει αλλάξει τελείως. Και οι αλλαγές δεν τελείωσαν. Κάθε άλλο. Η ιδέα του «ανέφικτου καρτ ποστάλ» εξακολουθεί να ισχύει και σήμερα για τις ελληνικές πόλεις, αφού εκτός από τη διαρκή ανάπτυξή τους κατά ύψος και κατά πλάτος συνεχίζεται αμείωτη και η κατεδάφιση ή έστω η ριζική μετατροπή όχι μόνο των παλιών κτιρίων αλλά και των μοντέρνων κατασκευών από οπλισμένο σκυρόδεμα.
Μέσα στα ευρύτερα πλαίσια κοσμογονικών αλλαγών, με την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, την εκρηκτική παραγωγή καταναλωτικών αγαθών, τη γιγάντωση των πόλεων και τον περιορισμό της φύσης, την κυριαρχία του αυτοκινήτου, τη μεγάλη ευκολία των μετακινήσεων και την τεράστια αύξηση του τουρισμού, την μεταβολή της δομής της παραδοσιακής οικογένειας, κλπ, το «χτισμένο τοπίο» - μέσα στις πόλεις και έξω από αυτές - μεταβάλλεται με μια εκπληκτική με τα μέχρι τώρα δεδομένα ταχύτητα, και το ίδιο συμβαίνει και με τις ίδιες τις οικοδομές.
Κτίσματα ειδικών απαιτήσεων
Τα κτίρια δεν είναι πια μονόροφα ή δυόροφα, όπως πριν από τον πόλεμο. Κατασκευάζονται με όλο και μεγαλύτερο αριθμό ορόφων, το ίδιο και υπογείων, με όλο και μεγαλύτερα ανοίγματα και ειδικές απαιτήσεις. Η στέγαση χώρων μεγάλων ανοιγμάτων, όπως είναι οι αθλητικές εγκαταστάσεις, έχει πλέον πρακτικά απεριόριστες δυνατότητες. Από τη στέγη του κλειστού Σταδίου Ειρήνης και Φιλίας στο Ν.Φάληρο, έως τον Θόλο της Χιλιετηρίδας στο Λονδίνο κι ακόμα μέχρι τις γιγαντιαίες κατασκευές με άνοιγμα 3000m που οραματίζονται Ιάπωνες σχεδιαστές, τα ελεύθερα ανοίγματα που καλύπτονται με τις σύγχρονες κατασκευαστικές τεχνολογίες παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με τα αθλητικά ρεκόρ που συνεχώς καταρρίπτονται.
Οι ανακατατάξεις δεν αφορούν μόνο τα κτίρια, αλλά τις κατασκευές γενικότερα. Για παράδειγμα, στις οικονομικά αναπτυγμένες περιοχές του κόσμου είναι πολύ μεγάλος ο αριθμός των παλαιότερων γεφυρών, που δεν είναι πια χρήσιμες ή λειτουργικές για τις νέες ανάγκες. Νέα οδικά δίκτυα, νέες αντιλήψεις για τα φορτία των γεφυρών (αφού από το 1950 μέχρι σήμερα ο κυκλοφοριακός φόρτος πολλαπλασιάστηκε), νέες τεχνολογικές δυνατότητες για την κάλυψη ακόμα και πολύ μεγάλων ανοιγμάτων, καθώς και άλλοι σχετικοί παράγοντες οδηγούν σε μεγάλες ανακατατάξεις τον τομέα της γεφυροποιίας. Έχει έλθει το πάνω - κάτω : ενώ τα παλιά πέτρινα γεφύρια της Θεσσαλίας και της Ηπείρου καλύπτονται από τα νερά των τεχνητών λιμνών ή δεν είναι πιά προσιτά, ενώ οι μεταλλικές σιδηροδρομικές γέφυρες που ανεγέρθηκαν στην Ελλάδα την περίοδο του μεσοπολέμου παρακμάζουν εγκατελειμμένες εκτός δικτύου, και ενώ σε ολόκληρη την Ευρώπη η κατεδάφιση ή η ενίσχυση γεφυρών από προεντεταμένο σκυρόδεμα της δεκαετίας του ‘50 και του ‘60 είναι στην ημερήσια διάταξη, παράλληλα μία νέα λαμπρή εποχή για τη γεφυροποιία έχει ήδη ξεκινήσει. Ήδη, στην Ελλάδα, η υπό κατασκευή Εγνατία Οδός αλλά και γέφυρες όπως αυτή της Χαλκίδας ή του Ρίου - Αντιρρίου σηματοδοτούν ένα νέο μεγάλο πεδίο εξελίξεων προς αυτή την κατεύθυνση.
Μαζί με τις κατασκευές αλλάζουν και τα δομικά υλικά για τα οποία μάλιστα η πρώτη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεκαετία αποτέλεσε το χρονικό σημείο εκκίνησης για ένα τεχνολογικό καλπασμό που μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ και να παρέχει ολοένα και μεγαλύτερες δυνατότητες για την κάλυψη των κατασκευαστικών απαιτήσεων.
Οι αλλαγές στα δομικά υλικά
Τίποτα δεν είναι ίδιο με πριν. Όλοι γνωρίζουν ότι τα πατώματα, τα κουφώματα, τα χωρίσματα, οι επικαλύψεις, τα χρώματα, τα μονωτικά υλικά που χρησιμοποιούνται σήμερα στα κτίρια δεν έχουν σχεδόν καμία σχέση με αυτά της περασμένης γενιάς. Το ίδιο όμως ισχύει και για τα υλικά του σκελετού των κατασκευών, όπως είναι το σκυρόδεμα (μπετόν) και ο χάλυβας, τα οποία βρίσκονται σε μία διαρκή μετεξέλιξη. Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα της μεταβαλλόμενης φύσης των υλικών είναι αυτό του οπλισμένου σκυροδέματος. Το καινούριο αυτό υλικό που εξοστράκισε, από τη δεκαετία του ‘50 και μετά, την πέτρα από την κυρίαρχη θέση που είχε για τον φέροντα οργανισμό, δεν έχει ακριβώς τα ίδια τεχνικά χαρακτηριστικά σε κάθε χρονική περίοδο. Από οπλισμένο σκυρόδεμα είναι ο φορέας τόσο μιας Αθηναϊκής πολυκατοικίας του 1950, όσο και μιας του 2000, αλλά το υποστύλωμα της πρώτης (από χαμηλή ποιότητα χάλυβα και σκυροδέματος, το οποίο φτιαχνόταν σχεδόν με το χέρι), έχει μόνο μικρό κλάσμα από την αντοχή του υποστυλώματος της σύγχρονης πολυκατοικίας (από υψηλή ποιότητα χάλυβα, σκυροδέματος που προέρχεται από βιομηχανία έτοιμου σκυροδέματος και με σαφώς περισσότερα σίδερα οπλισμού).
Εννοείται βέβαια πως αυτός ο ξέφρενος τεχνολογικός καλπασμός δεν συνεπάγεται κιόλας πως όλα τα προβλήματα των κατασκευών έχουν λυθεί ή ότι έχουν απαλειφθεί όλοι οι κίνδυνοι που τις απειλούν. Κάθε άλλο. Οι σεισμοί στο Kobe, αλλά και στη Θεσσαλονίκη, στο Αίγιο και στην Αθήνα μας υπενθυμίζουν με δραματικό τρόπο ότι πολλά μέτωπα είναι ακόμα ανοιχτά.
Οι νέες μεγάλης κλίμακας κατασκευές (πολλών υπέργειων ορόφων ή πολλών υπόγειων ή μεγάλων ανοιγμάτων, κλπ) έχουν να αντιμετωπίσουν νέα προβλήματα - που όσο και άν έχει προχωρήσει η τεχνολογία, πρέπει μεταξύ άλλων οι μηχανικοί «να πάθουν για να μάθουν», (όπως στον παλιό καλό καιρό όπου η απόκτηση της εμπειρίας γινόταν και δια της δοκιμασίας σε πραγματικές συνθήκες - όπως απηχεί ο θρύλος του γεφυριού της Άρτας). Πρέπει, δηλαδή, και σήμερα να δοκιμαστούν οι κατασκευές σε πραγματικές συνθήκες - τα κτίρια στους σεισμούς ή στην επιρροή του εδάφους θεμελίωσης, οι γέφυρες πολύ μεγάλων ανοιγμάτων, στον άνεμο κλπ. Άλλωστε, οι άνθρωποι σε όλες τις εποχές αξιοποιούν τις νέες δυνατότητες όχι μόνο για να λύσουν τα παλαιά προβλήματα (θα μπορούσαν π.χ. να αντιμετωπίσουν με σχεδόν απόλυτη ασφάλεια το πρόβλημα των σεισμών χτίζοντας σήμερα δυόροφα κτίρια από οπλισμένο σκυρόδεμα), αλλά και για να ψηλαφίσουν κάθε φορά τα όρια που τους θέτει η φύση (πολυόροφα κτίρια μεγάλων ανοιγμάτων), οπότε πάλι είναι απαραίτητο να κλείσει ο κύκλος με τη γνώση δια της εμπειρίας από την πραγματική δράση των φαινομένων σε φυσική κλίμακα.
Ο τεχνολογικός καλπασμός
Έπειτα, πέρα από τη δικαιολογημένη λάμψη της, η μετάλλαξη των υλικών έχει κι αυτή τα μικρά της μυστικά, την άλλη όψη. Μπορεί τα νέα δομικά υλικά να χαρακτηρίζονται από αφθονία, μεγάλη ποικιλία, αντοχή, ευκολία εφαρμογής, αλλά μπορεί ενδεχομένως κάποια απ’αυτά να έχουν σχετικά μικρή διάρκεια ζωής αφού στη μεγάλη τους πλειονότητα δεν έχουν πια φυσική προέλευση - όπως είχαν π.χ. οι πέτρες της φέρουσας τοιχοποιίας - αλλά βασίζονται στη χημεία και παράγονται σε εργοστάσια. Τα ζητήματα των φθορών αντιμετωπίζονται μόνο με ένα επαρκές σύστημα ποιοτικών ελέγχων, το οποίο με τη σειρά του «κλειδώνει» οικονομικά με την ασφάλιση των τεχνικών έργων, αλλά παραμένει το γεγονός ότι η λάμψη της τεχνολογίας δεν εξαφανίζει δια μαγείας τα προβλήματα, αλλά τα επαναπροσδιορίζει στις νέες συνθήκες. Είναι χαρακτηριστικό ότι σοβαρά προβλήματα συντήρησης υπάρχουν σε αρκετές φημισμένες κατασκευές υψηλής τεχνολογίας. Η Όπερα του Σίδνεϋ της Αυστραλίας και το Μουσείο Πομπιντού στο Παρίσι είναι τυπικά παραδείγματα κατασκευών για τις οποίες έχει αποφασιστεί ένα μεγάλο και ιδιαίτερα πολυέξοδο πρόγραμμα συντήρησης. Τα προβλήματα αυτά οφείλονται μεταξύ άλλων στη γήρανση της επικάλυψης, σε οικοδομικά ζητήματα εξ αιτίας του αρχιτεκτονικού σχήματος (π.χ. δυσκολίες στην απορροή των υδάτων, κλπ).
Παρά τα αναπόφευκτα προβλήματα, ο τεχνολογικός καλπασμός είναι βέβαιο ότι συνεχίζεται. Για τις συνεχώς εξελισσόμενες τεχνικές ανέγερσης των κατασκευών, κρίσιμη παράμετρος είναι βεβαίως η ταχύτητα : θεωρείται ότι οι Αμερικανικές τεχνικές κατασκευής έχουν ταχύτητα κατά 30% μεγαλύτερη από τις αποδοτικότερες Ευρωπαϊκές, ενώ υστερούν κατά 10% έναντι των Ιαπωνικών.
Η έμφαση στην ταχύτητα κατασκευής είναι βέβαια κατανοητή για πολλούς λόγους : ο ανταγωνισμός μεταξύ των εταιρειών, οι γενικά γρήγοροι ρυθμοί παραγωγής στις αναπτυγμένες χώρες, το υψηλό κόστος της εργατοώρας, η ολοένα αυξανόμενη μηχανοποίηση των μέσων παραγωγής, κλπ. Αυτό όμως που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και για το οποίο απαιτούνται περισσότερες εξηγήσεις είναι η μεγάλη βαρύτητα που δίνεται στην ταχύτητα όχι μόνο της ανέγερσης, αλλά και της κατεδάφισης των κατασκευών.
Η αντίφαση των κατεδαφίσεων
Η «ειρηνική κατεδάφιση», η κατεδάφιση δηλαδή των κατασκευών που δεν οφείλεται σε φυσικές καταστροφές, πολέμους ή σοβαρές τεχνικές παραλείψεις, αλλά γίνεται οργανωμένα από τις ανθρώπινες κοινωνίες, είναι ένα σχετικό καινούριο φαινόμενο που παρουσιάζεται βασικά στον 20ο αιώνα, και μάλιστα σε πολύ μεγάλη κλίμακα από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η «ειρηνική κατεδάφιση» δεν αφορά μόνο το «στοκ των παλιών κτιρίων» που κτίστηκαν μέχρι το 1950, αλλά όλο και περισσότερα κτίρια του ‘60 ή του ‘70. Αναφέρεται χαρακτηριστικά το παράδειγμα της κατεδάφισης δέκα 15-όροφων κτιρίων που έγινε το 1994 στη Λυών της Γαλλίας μέσα σε ένα κλίμα γενικής συναίνεσης και σχεδόν «ευφορίας». Τα κτίρια αυτά είχαν κατασκευαστεί στα τέλη της δεκαετίας του 1960 στο προάστιο Minguettes για να στεγάσουν 35.000 ενοίκους, παρέχοντάς τους πρωτόγνωρες μέχρι τότε ανέσεις. Τα υψηλά αυτά κτίρια ονομάστηκαν «Πύργοι της Δημοκρατίας», αλλά τριάντα χρόνια αποδείχθηκαν αρκετά για να τα μετατρέψουν σε συνώνυμα της παρακμής και της υποβάθμισης. Μεγάλες κοινωνικές ταραχές του 1981 και του 1983 που συνδυάστηκαν με εκτεταμένες και ανεξέλεγκτες πράξεις βίας στην πόλη αυτή, σηματοδότησαν την αρχή του τέλους των Πύργων. Αλλά αυτή η περίπτωση κατεδάφισης δεν είναι παρά μία από τις πολλές. Σε μεγάλες βρετανικές πόλεις που έχουν παρακμάσει βιομηχανικά και οικονομικά γίνονται λοταρίες όπου το έπαθλο για τον νικητή είναι ότι θα πυροδοτήσει τον εκρηκτικό μηχανισμό που θα κατεδαφίσει άλλον ένα ουρανοξύστη που δεν πρόλαβε να έχει διάρκεια ζωής μεγαλύτερη απo τα τριάντα χρόνια.
Πώς μπορεί όμως να συμβαδίζουν τα μεγάλα άλματα της τεχνολογίας των κατασκευών με την εκτεταμένη «ειρηνική κατεδάφιση» που συντομεύει τη διάρκεια ζωής των κτιρίων ; Πώς γίνεται δηλαδή να γκρεμίζονται κτίρια που μόλις πριν από λίγες δεκαετίες εθεωρούντο ως κοσμήματα των πόλεων και τεχνολογικά επιτεύγματα ή ακόμα και κτίρια που δεν έχουν προλάβει να έχουν παρά ελάχιστη διάρκεια ζωής ;
Η αντίφαση βέβαια είναι μόνο φαινομενική. Κάτι ανάλογο δεν συμβαίνει με τα αυτοκίνητα, τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τα ψυγεία ; Ένας ουρανοξύστης στο Χόνγκ-Κόνγκ, για παράδειγμα, προοριζόταν για ξενοδοχείο αλλά κατεδαφίστηκε λίγο πριν ολοκληρωθεί η ανέγερσή του (1992) για να χτιστεί στη θέση του ένα πολυόροφο κτίριο γραφείων. Το πολύ μικρό κόστος κατασκευής σε σχέση με την τεράστια αξία της γης στο Χόνγκ-Κόνγκ και η αιφνίδια μεταβολή στη ζήτηση της αγοράς συνιστούν την οικονομική βάση αυτών των ενεργειών.
Αυτό λοιπόν που συμβαίνει είναι ότι οι κατασκευές βρίσκονται σε μια τροχιά εξομοίωσής τους με καταναλωτικά αγαθά ή προϊόντα - παρά τις ιδιομορφίες τους (όπως είναι η σχετικά μεγάλη διάρκεια ζωής τους) σε σχέση με τα προαναφερθέντα είδη που τις εμποδίζουν να χωρέσουν άνετα σ’αυτό το καλούπι.
Η ελληνική πραγματικότητα
Οι κοινωνίες αποδεικνύονται πολύ ευρηματικές προκειμένου να διευκολύνουν τη γρήγορη προσαρμογή της κατασκευαστικής δραστηριότητας στις μεταλασσόμενες απαιτήσεις προσδίδοντας στην οικοδομή μια αφηρημένη μεν αλλά πραγματική «χρηματιστηριακή» αξία. Η ελληνική κοινωνία είναι σχεδόν στο σύνολό της απόλυτα εξοικειωμένη με αυτή την «χρηματιστηριακή» παράμετρο των κτιριακών έργων, αφού συμμετείχε στην «ειρηνική κατεδάφιση» των παλιών πέτρινων μονόροφων και δυόροφων κτιρίων προκειμένου να ανεγερθούν πολυκατοικίες από τη δεκαετία του 1950 και μετά. Δίνοντας ο ιδιοκτήτης το σπίτι του για «αντιπαροχή», αποκτούσε - αντί για το μικρό παλιό του σπίτι - δύο, τρία ή τέσσερα διαμερίσματα σε μια νέα μεγάλη οικοδομή. Όλη αυτή η διαδικασία ήταν πρωτόγνωρη για τα μέχρι τότε δεδομένα : από στενά οικονομική άποψη, δια της κάλυψης πραγματικών και πιεστικών αναγκών, παρήγαγε χειροπιαστό πλούτο (σύμφωνα με την ορολογία της εποχής : μεγαλώσανε οι περιουσίες, σπουδάσανε ή παντρεύτηκαν τα παιδιά, αντιμετωπίστηκαν ζητήματα υγείας, κλπ) ενώ από τεχνολογική άποψη το ριζικά νέο φαινόμενο (για τις αντιλήψεις τόσο των τεχνικών όσο και ευρύτερα της κοινωνίας) ήταν η μεγάλης κλίμακας κατεδάφιση κτιρίων που δεν είχαν κλείσει ακόμα τον «φυσιολογικό» κύκλο της ζωής τους, που δεν αφέθηκαν δηλαδή να καταρρεύσουν από «φυσική παλαίωση», σεισμό ή πυρκαγιά.
Η έννοια της κατασκευής ως αφηρημένης «χρηματιστηριακής» αξίας προκύπτει πολύ καθαρά αν αναλογιστεί κανείς τι θα ορίζουν οι σημερινοί ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων πολυκατοικιών όταν στο σχετικά κοντινό μέλλον έλθει η ώρα της ειρηνικής κατεδάφισης αυτών των κτιρίων (για να αντικατασταθούν π.χ. από άλλα πιο συμβατά με τις ανάγκες των νέων καιρών). Το πολύπλοκο αυτό πρόβλημα δεν έχει χρειαστεί ακόμα να αντιμετωπιστεί νομικά στην Ελλάδα. Βέβαια, πάντοτε υπάρχουν λύσεις. Στον Λίβανο προκειμένου να κατεδαφιστούν ολόκληρες περιοχές μισοκατεστραμμένων από το πόλεμο πολυκατοικιών στο κέντρο της Βηρυτού, και να αντικατασταθούν με νέα σύγχρονα κτίρια γραφείων και κατοικιών κατέληξαν στην ακόλουθη λύση : στους 130.000 ιδιοκτήτες των ακινήτων της υπό ανοικοδόμηση περιοχής, προβλέπεται να δοθεί αντί των ιδιοκτησιών τους σειρά προτεραιότητας για την απόκτηση νέων διαμερισμάτων, καθώς και το 50% των μετοχών μιας εταιρείας ακινήτων, της Solidere, που ιδρύθηκε αποκλειστικά γι’αυτό το σκοπό. Το υπόλοιπο 50% ανήκει σε ιδιώτες επιχειρηματίες, που κατέβαλλαν αρχικό κεφάλαιο ίσο με την εκτιμηθείσα αξία της γης.
Τι είδους πόλεις θέλουμε ;
Καταλήγοντας, οι ριζοσπαστικές εξελίξεις (τεχνολογικές, οικονομικές, κοινωνικές, πολιτισμικές) των τελευταίων πενήντα χρόνων θέτουν και τα ζητήματα των κατασκευών με νέους όρους. Μέσα στη σημερινή πολυσύνθετη πραγματικότητα των κατασκευών, όπου οι πολλές και μεγάλες καινούριες δυνατότητες συνδυάζονται σε ορισμένες περιπτώσεις και με την αμηχανία των τεχνικών που έχουν χάσει τη βεβαιότητα της «πεπατημένης» (που συνοψίζεται στις λίγες και δοκιμασμένες - άρα ασφαλείς λύσεις), οι έννοιες είναι ρευστές. Οι προτεραιότητες το ίδιο. Η διάρκεια ζωής είναι μόνο μία από τις πολλές παραμέτρους της μεταβαλλόμενης φύσης των κατασκευών. Το βέβαιο είναι ότι σ’αυτή την έντονα κινητική, αναστατωτική, αλλά και συναρπαστική περίοδο τα ζητήματα της αισθητικής, του κοινωνικού και οικονομικού προγραμματισμού της κατασκευαστικής δραστηριότητας, της ασφάλειας των κατασκευών έναντι φυσικών καταστροφικών δράσεων ή της ποιότητας της ανέγερσης, της καλύτερης δυνατής λειτουργίας των πόλεων, της έκφρασης της όποιας συναισθηματικής σχέσης των ανθρώπων με το χτισμένο περιβάλλον, κλπ, κλπ, μπαίνουν αναπόφευκτα σε νέα βάση. Ποιά θα είναι αυτή η βάση ; Μα, αυτό εξαρτάται κι από μας - όχι μόνο από τους τεχνικούς, αλλά πρακτικά απo όλους τους ανθρώπους που ζούνε στις πόλεις, επηρεάζονται από αυτές αλλά και τις επηρεάζουν. Στο κάτω-κάτω, ποτέ πριν δεν είχαν οι άνθρωποι στη διάθεσή τους τόσες εναλλακτικές δυνατότητες γι’αυτά τα ζητήματα.
Ο δρόμος είναι μακρύς. Για να έχουν νόημα αυτές οι αναζητήσεις στα πλαίσια της τραχιάς ελληνικής πραγματικότητας πρέπει πρώτα απ’ όλα να σταματήσουμε να αφήνουμε τα πράγματα να γίνονται από μόνα τους και να τεθούν οι βάσεις μιας ριζοσπαστικής συζήτησης : «Τί είδους πόλεις και τί είδους κατασκευές πραγματικά θέλουμε ;» «Με ποιές διαδικασίες θα τις εξασφαλίσουμε ;»
Η έμφαση στην αισθητική και τη λειτουργικότητα των πόλεων, καθώς και στο κλίμα που ευνοεί τη διαφάνεια των προθέσεων και των διαδικασιών, την έκφραση τολμηρών - ακόμα και αλληλοσυγκρουόμενων - ιδεών, αλλά και τη δυναμική σύνθεση των απόψεων, είναι μερικά από τα απαραίτητα στοιχεία μιάς τέτοιας συζήτησης.
Στο τέλος κάθε κοινωνία βρίσκει τον τρόπο να δώσει στα πράγματα τη χροιά των αναγκών της αλλά και του πολιτισμού της.
Δημοσίευση : 20.12.1998