
του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου
Αγόραζε πανάκριβα οικόπεδα σε διάφορα σημεία της πόλης και έχτιζε σ’ αυτά ψηλούς και χοντρούς τοίχους. Τοίχους, όχι κτίρια, όπως είναι οι βίλες ή οι πολυκατοικίες. Δεν τον ενδιέφερε να ενταχθεί στις συνηθισμένες παραγωγικές διαδικασίες. Αξιοποιούσε βέβαια την εργώδη οικοδομική δραστηριότητα που κατέκλυζε με τα προϊόντα της τη χώρα, αλλά θέλοντας να ξεχωρίσει από τους άλλους αυτός κατασκεύαζε σκέτους τοίχους, ψηλούς και χοντρούς.
Ο πρώτος τοίχος που κατασκεύασε (με ύψος γύρω στα τριάντα μέτρα και πάχος πενήντα εκατοστών) δεν ήταν συμπαγής : η συνέχειά του διακοπτόταν από μεγάλα ανοίγματα που αντιστοιχούσαν στα παράθυρα των γύρω πολυκατοικιών. Αυτό που ήταν ξεχωριστό ήταν το χρώμα του ντουβαριού : την κατασκευή συνέθεταν σκούρα μπλε τούβλα με ενδιάμεσες πορτοκαλί ρίγες.
Αυτό το πρώτο του έργο δεν άρεσε στην πόλη. Πολλοί πήγαν στα εγκαίνια (για να απολαύσουν τον πλούσιο μπουφέ, αλλά και το θέαμα των γυμνόστηθων μοντέλων από τη Βραζιλία που σκαρφάλωναν με σκοινιά και γάντζους στα ανοίγματα των τοίχων), αλλά τα σχόλια για την κατασκευή ήταν αρνητικά. Λίγο καιρό μετά την ανέγερση, μάλιστα, όταν αλήτες άρχισαν να μαζεύονται κάθε βράδυ γύρω από τον τοίχο και να σκαρφαλώνουν στα ανοίγματα για να παρακολουθούν τις γυναίκες των απέναντι διαμερισμάτων σε ιδιωτικές δραστηριότητες τους, η δυσφορία της πόλης για το έργο έγινε έκδηλη.
Ο εμπνευστής του μπλε τοίχου πήρε το μήνυμα. Ζούσε για να προκαλεί το ενδιαφέρον του κόσμου, κι’ αυτή η διάχυτη γκρίνια τον πλήγωνε. Προς τιμήν του, πάντως, και παρά τον υπέρμετρο εγωισμό του, ο άνθρωπος αφουγκράστηκε τις αντιδράσεις και ζήτησε από τους αρχιτέκτονες και τους μηχανικούς να τροποποιήσουν τον σχεδιασμό για τους καινούριους τοίχους που θα κατασκεύαζε. Τα καινούρια ντουβάρια θα ήταν μονοκόμματα – χωρίς ανοίγματα πια, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η παραβατική συμπεριφορά των άεργων νέων και των μιμητών τους– και το χρώμα τους προβλέφθηκε πορτοκαλί με ενδιάμεσες μπλε ρίγες.
Έτσι κι’ έγινε. Λίγο ο καινούριος σχεδιασμός, λίγο η σταδιακή εξοικείωση της πόλης με το έργο του, λίγο η μυθολογία με την οποία φρόντιζε ο ίδιος να περιβάλλει τις κατασκευές του (τον ένα τοίχο τον αφιέρωνε στην ανάμνηση του παλιού μεγάλου έρωτά του, τον άλλον σε έναν φίλο του Ούγγρο πρωταθλητή της χειρόσφαιρας – όπως έλεγε), λίγο (ή περισσότερο αυτό;) στο ότι πολλοί θα ήθελαν να τους καλέσει στις δεξιώσεις του ή να τους δώσει δουλειά, μ’ αυτά και μ’ αυτά κατάφερε να γίνει αυτό που πάντοτε επιθυμούσε : μία από τις εμβληματικές μορφές της πόλης.
Ακόμα κι’ αυτοί που τον φθονούσαν ή δεν άντεχαν το γούστο του, του αναγνώριζαν ότι δεν έβλεπε τη δουλειά (δηλαδή το ξέπλυμα του “μαύρου” χρήματος που του εμπιστευόταν κάθε είδους περίεργοι δικοί του) σαν χαμαλίκι, αλλά σαν γλέντι. Του άρεσε να κολυμπάει στα λεφτά, όχι όμως σαν τον μπαμπόγερο που μετράει το βράδυ τις λίρες στο σεντούκι. Έτσι όπως δεν ήταν κουρασμένος ούτε από το σχολείο, ούτε από κανονικές επαγγελματικές διαδικασίες, διέθετε όλη του την ενέργεια ώστε να προσφέρει καινούριες θεατρικές παραστάσεις (με πρωταγωνιστή τον ίδιο) στους συμπολίτες του, δίνοντας κάποιου είδους χρώμα στη ζωή της πόλης, κι’ αυτό όλοι του το αναγνώριζαν.
Η κορυφαία στιγμή της δικαίωσής του ήρθε όταν οι τοίχοι του μπήκαν κανονικά στη διαδικασία της αγοράς. Μεγάλες εταιρείες ή δημόσιοι οργανισμοί πλήρωναν αδρά για να αγοράσουν τους τοίχους ώστε να αυξήσουν το κύρος τους τοποθετώντας εκεί πινακίδες με την επωνυμία τους (ή τουλάχιστον αυτή ήταν η επίσημη θέση των διευθυνόντων συμβούλων που αποφάσιζαν για την αγοραπωλησία). Παράλληλα, μία ολόκληρη παραφιλολογία αναπτύχθηκε γύρω από αυτούς τους τοίχους. Σοβαρές εφημερίδες και περιοδικά γέμισαν μα άρθρα υπέρ ή κατά. Μολονότι πολλά από αυτά τα κείμενα δεν ήταν παρά σκόρπια αναμασήματα από θεωρίες που είχαν αναπτυχθεί αλλού και αντιστοιχούσαν σε άλλες πραγματικότητες, όλη αυτή η διανοητική (τουλάχιστον σε ότι αφορά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της) κίνηση συνετέλεσε στην παγίωση της θέσης αυτών των ιδιότυπων κατασκευασμάτων στο συλλογικό φαντασιακό της πόλης.
Αυτά. Σήμερα ζει ακόμα αυτός καλά κι’ εμείς καλλίτερα. Τουλάχιστον όσο οι γενικότερες συνθήκες επιτρέπουν την απρόσκοπτη ροή αυτού του είδους των δραστηριοτήτων.
Υστερόγραφο
Τώρα που έχουν μισοκαταργηθεί τα σύνορα μεταξύ των κρατών και έχουν έρθει στη μόδα οι τοίχοι στα πλαίσια της Νέας Πολεοδομίας – παντού χτίζονται τοίχοι για να αποκλείσουν αυτούς από τους άλλους ή τους εδώ από τους εκεί -, κάποιοι αλόγιστοι θαυμαστές του ήρωά μας θα θεωρήσουν ότι αυτός τώρα θα κάνει χρυσές δουλειές, με τόσους τοίχους που έχει κατασκευάσει.
Λάθος. “Το κάθε τι είναι αληθινό μόνο στα πλαίσια των περιστάσεων που το γέννησαν”, έγραφε ένας μεγάλος Άγγλος λογοτέχνης των αρχών του 20ου αιώνα. Τι σχέση μπορεί να έχουν τα ντουβάρια που έφτιαχνε για την πλάκα του ο φίλος μας (ποια τεχνογνωσία μπορεί να έχει αποκομίσει από αυτά τα έργα;) με τους διαχωριστικούς τοίχους που έχουν σχεδιαστεί να αντέχουν σε επιθέσεις με εκρηκτικά και πωλούνται μαζί με τους ένοπλους φρουρούς και τις υψηλής τεχνολογίας ενσωματωμένες συσκευές ασφαλείας;