
του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου
“Οι δειλοί του Ισλαμικού Κράτους κατέστρεψαν την Ασσυριακή αυτοκρατορία!” σύμφωνα με τον βρετανικό Guardian της 15ης Μαρτίου 2015. “Τα αρχαία που καταστράφηκαν από τους τζιχαντιστές στη Μοσούλη είναι πλαστά!” βροντοφωνάζει με αναλόγου μεγέθους τίτλους η αγγλική Daily Mail της ίδιας ημέρας. Η αλήθεια είναι κάπου στη μέση, σύμφωνα με την Eleanor Robson, Καθηγήτρια της Ιστορίας της Αρχαίας Μέσης Ανατολής στο University College του Λονδίνου και Πρόεδρο του Συμβουλίου του Βρετανικού Ινστιτούτου για τη Μελέτη του Ιράκ. Κατά τη Βρετανίδα επιστήμονα, θα χρειαστούν μήνες συστηματικής έρευνας στο πεδίο για να προκύψουν ακριβή συμπεράσματα για το είδος και το μέγεθος της καταστροφής της πολιτιστικής κληρονομιάς του βόρειου Ιράκ μετά την εισβολή του Ιουνίου του 2014.
Η Robson επιχειρεί με αναλυτικό και εμπεριστατωμένο άρθρο της στο Times Literary Supplement (27.3.2015) να αναδείξει την πολυπλοκότητα του θέματος, μακριά από τα δραματοποιημένα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, καθώς μάλιστα σημειώνεται πως ο ίδιος συντάκτης του Guardian που ολοφυρόταν για την “καταστροφή της Ασσυρίας”, έγραφε στην ίδια εφημερίδα ακριβώς ένα χρόνο πρίν : “Η Αίγυπτος και η Ελλάδα ήταν πολιτισμοί. Η Ασσυρία δεν ήταν πολιτισμός… Η Ασσυριακή τέχνη έχει μια σκοτεινή αύρα.” Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι αυτός ο τίτλος έρχεται να συναντήσει τις αντιλήψεις χριστιανών της βικτωριανής εποχής, οι οποίοι αντικρίζοντας τα εντυπωσιακά τεχνουργήματα από σμιλευμένες πέτρες που διακοσμούσαν τους τοίχους των παλατιών, θεώρησαν πως αυτά δεν καταδείκνυαν παρά την ειδωλολατρία αυτών των λαών, τους οποίους κατά τη Βίβλο ο προφήτης Ιωνάς είχε αναλάβει να συνετίσει.
Στην πραγματικότητα, οι Ασσύριοι έχουν αφήσει μια βαριά κληρονομιά. Κατά μήκος του ποταμού Τίγρη βρίσκονται οι τεράστιοι αρχαιολογικοί χώροι των Assur, Kalhu (σύγχρονη Νιμρούντ), η Νινευή, καθώς και το πιο εφήμερο Dur-Sharuken (το σύγχρονο Χορσαμπάντ). Από τον 9ο ως τον 7ο αιώνα π..Χ. αυτές οι πόλεις μαζί με την Erbil (σημερινή πρωτεύουσα του ιρακινού Κουρδιστάν) σχημάτιζαν τον ισχυρό αστικό πυρήνα της μεγαλύτερης αυτοκρατορίας που είχε δεί μέχρι τότε ο κόσμος, η οποία εκτεινόταν από τα βουνά του βορειοδυτικού Ιράν ως τις ακτές της ανατολικής Μεσογείου και κάποιες φορές ως και περιοχές της Αιγύπτου. Αυτές οι πόλεις ήταν τεράστιες. Τα τείχη της Νινευή περιέκλειαν μία έκταση 4 τετραγωνικών χιλιομέτρων, ενώ η Kalhu και το Dur-Sharuken είχαν περίπου το ένα τρίτο του μεγέθους της Νινευή.
Οι πόλεις αυτές καταστράφηκαν με τη διάλυση της ασσυριακής αυτοκρατορίας από τους Μήδους και τους Βαβυλώνιους το 612π.Χ. Πολλούς αιώνες μετά, κυρίως τον 19ο, τα ερείπιά τους συγκέντρωσαν το ενδιαφέρον ερευνητών, αλλά και εμπόρων αρχαιοτήτων της βρετανικής και γαλλικής αυτοκρατορίας. Τα πολύ στέρεα τμήματα αρχαίων συμπλεγμάτων, αυτά που μπορούσαν να νατέξουν στις πρωτόγονες εκσκαπτικές τεχνικές της εποχής, αλλά και στις κακουχίες της μεταφοράς τους στην Ευρώπη, διά της Βομβάης και του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, κατέληξαν στο Βρετανικό Μουσείο και το Λούβρο.
Κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ου αιώνα οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, οι οποίοι είχαν ευθεία σχέση με τη Μέση Ανατολή, δεν επέφεραν σημαντικές ανακατατάξεις στο ζήτημα των ασσυριακών αρχαιοτήτων. Από τη δεκαετία του 1950 και μετά, το ιρακινό κράτος διέθεσε κατά τη Robson σημαντικούς πόρους για την ανάδειξη αυτών των μνημείων (κάποια ανακατασκευάσθηκαν εξ αρχής οπότε η Daily Mail αναφέρεται ενδεχομένως σε περιπτώσεις αμφίβολης αυθεντικότητας), στοχεύοντας μεταξύ άλλων και στην προσέλκυση τουριστών. Οι ανασκαφές συνεχιζόταν ως τα τέλη του 1980, οπότε και σημειώθηκε η εντυπωσιακή ανακάλυψη σειράς βασιλικών τάφων στη Nimrud από τον ιρακινό αρχαιολόγο Muzahim Mahmoud.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πέραν της διαχείρισης από τα ΜΜΕ για δικές τους σκοπιμότητες των όποιων καταστροφών της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, η σκιά της απειλής των Μνημείων από τους τζιχαντιστές του “Ισλαμικού Κράτους” είναι πραγματική. Με βάση τις αναφορές ανθρώπων που εργαζόταν στο παρελθόν ως φύλακες των αρχαιολογικών χώρων, για παράδειγμα, στη Nimrud κατεδαφίστηκε το παλάτι του βασιλιά Ασουρμπανιμπάλ (9ος αιώνας π.Χ.), μαζί με δύο γειτονικούς ναούς, αφιερωμένους στη μεγάλη θεά Ιστάρ και τον σοφό θεό Αμπού. Η ειρωνεία της Ιστορίας είναι ότι οι αρχαίοι βασιλείς της Ασυρρίας φημιζόταν για τις καταστροφές που προκαλούσαν στις πόλεις των αντιπάλων τους. Σύμφωνα με δημοσίευση της Βρετανίδας ερευνήτριας στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης Heather D. Baker στον συλλογικό τόμο “Architecture and armed conflict”, υπάρχουν πολυάριθμες γραπτές μαρτυρίες της εποχής (κείμενα στα αρχεία της Αυτοκρατορίας, του τύπου “Έκαψα, ισοπέδωσα και κατέστρεψα αυτές… κι’ αυτές τις πόλεις”) που θεμελίωσαν τον ρόλο του βασιλιά Ασουρμπανιμπάλ, μεταξύ άλλων, ως μεγάλου καταστροφέα. Μάλιστα, στο παλάτι του Ασουρμπανιμπάλ στη Νινευή σώζεται απεικόνιση με θέμα την καταστροφή πόλης Hamadan από τα στρατεύματά του : στρατιώτες που κουβαλούν λάφυρα ή γκρεμίζουν, ενώ η πόλη φλέγεται στο βάθος…
Είναι σαφές ότι η επικίνδυνη εμπλοκή των Μνημείων στις συρράξεις έχει μακρά προϊστορία και μάλιστα όχι μόνο ως “πεδία βολής”, αλλά ενίοτε και ως “ασπίδα”, όπως είναι οι περιπτώσεις τόσο των Οθωμανών κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 όσο και των αγγλικών στρατευμάτων στα Δεκεμβριανά της Αθήνας το 1944, οι οποίοι ενέπλεξαν την Ακρόπολη στις πολεμικές επιχειρήσεις, όχι μόνο εξαιτίας της στρατηγικής της θέσης αλλά και επειδή ενδεχομένως υπολόγιζαν στον σεβασμό των αντιπάλων τους προς το Μνημείο.
Τι είναι αυτό που έχει σημασία;
Προσεγγίσεις σαν αυτές της Eleanor Robson ή της Heather D. Baker βοηθούν να δούμε τα ζητήματα των απειλούμενων από καταστροφή Μνημείων από ευρύτερη και τελικά δημιουργική σκοπιά. Και πρώτα απ’ όλα : κατά πόσο αναδεικνύεται στη σύγχρονη θεώρηση των πραγμάτων ο πολιτισμός που συνδέεται με τα Μνημεία; Είναι σαφές πως η αγωνία μας για την προστασία της παγκόσμιας κληρονομιάς αφορά τον πολιτισμό που εκπέμπει και όχι τη μετατροπή της σε Ντίσνεϋλαντ. Η πολύ ισχυρή τάση σε πλανητικό επίπεδο προς μία υπερσυγκέντρωση τόσο της εξουσίας όσο και της διαχείρισης των μέσων παραγωγής, οδηγεί σε μία μονοτροπικότητα και στο πεδίο του πολιτισμού και αυτό εκ των πραγμάτων δυσκολεύει τη συνάφειά μας με διαφορετικούς πολιτισμούς, πολύ περισότερο αν αυτοί είναι του παρελθόντος. Αν τα παραπάνω συνδυαστούν με τον κυρίαρχο στενό οικονομισμό (π.χ. “βγάζουν τα Μνημεία τα λεφτά τους;”), θα αντιληφθούμε ότι στις μέρες μας τα Μνημεία δεν κινδυνεύουν μόνο από τους πολέμους.
Αν ο παραπάνω προβληματισμός εστιαστεί στην Ελλάδα προκύπτουν πολλά θέματα. Ας περιοριστούμε σε κάποια χαρακτηριστικά. Το κρισιμότερο από πρακτική άποψη είναι ότι ο μηχανισμός συντήρησης των Μνημείων έχει πλέον σοβαρά προβλήματα μετά τον αποδεκατισμό του προσωπικού του και τον δραστικό περιορισμό των μέσων που διατίθενται. Αυτό συνιστά μία ευθεία απειλή κατά της πολιτιστικής κληρονομιάς. Κατά τα άλλα, παραμένει και οξύνεται η χρόνια αδυναμία της ελληνικής κοινωνίας σ’ αυτό το πεδίο : να πλησιάσει δημιουργικά και επί της ουσίας τον σπουδαίο πολιτισμό που δημιούργησε αυτά τα Μνημεία, πέρα από τη ρηχή και στείρα υποκουλτούρα της αντιπαράθεσης Εικονολατρών και Εικονομάχων.
Θα κλείσουμε αυτό το κέιμενο με τον τρόπο που ανοίγει το βιβλίο του “The destruction of Memory – Architecture at War” ο Robert Bevan, παραθέτοντας μία σχετική ρήση του George Orwell :
“Κατευθυνόμαστε προς έναν εφιαλτικό κόσμο όπου ο Αρχηγός ή κάποια κυρίαρχη κλίκα δεν θα ελέγχει μόνο το μέλλον, αλλά και το παρελθόν. Εάν ο Αρχηγός λέει ότι “αυτό… κι’ αυτό… δεν συνέβη ποτέ” – τότε θα είναι σαν να μην έχει συμβεί ποτέ… Αυτή η προοπτική με τρομάζει πολύ περισσότερο από τις βόμβες – και μετά από τις εμπειρίες μας των τελευταίων ετών, αυτή δεν είναι μία επιπόλαια δήλωση”.
ΚΕΙΜΕΝΑ - ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ
Δημοσίευση : Τεύχος 59, Οκτώβριος 2015

